Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Πώς είναι δυνατόν... Γέροντος ιερομονάχου Πετρωνίου Τανάσε Προδρομίτη (†2011)



Σέ μία ἐκκλησία τῆς Ἱερουσαλήμ  εἶδα μία εἰκόνα τῶν Ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἱ ὑπηρέται τῶν ἀρχιερέων κτυποῦν μέ γροθιές στό πρόσωπο τόν Κύριο, ἐνῶ Αὐτός κλίνει τήν κεφαλήν Του, ὡσάν νά θέλη νά προφυλαχθῆ ἀπό τίς γροθιές. Στό Πρόσωπό Του φαίνεται βαθειά ἡ θλῖψις καί ἡ ἀπορία. Δέν μπορεῖ  νά πιστεύση αὐτό πού τοῦ συμβαίνει. «λαός μου, τί ἐποίησά σοι; ἤ τί σοί  παρηνώχλησα; Τούς τυφλούς σου ἐφώτισα, τούς λεπτούς ἐκαθάρισα, τούς νεκρούς σου ἀνέστησα. Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, καί τί μοί ἀνταπέδωκας»(12ον Ἀντίφωνο τῶν Ἁγίων Παθῶν). Πῶς ὑφίσταται μία τέτοια ἀγνωμοσύνη;
Ὤ, ἐάν τό ἔργο αὐτό εἶχε συμβῆ μόνο τότε! Οἱ χριστιανοί ὅμως ἐπί δύο χιλιάδες χρόνια τώρα κτυποῦν τό Θεῖο Πρόσωπο τοῦ μεγάλου μας Εὐργέτου καί Αὐτός μᾶς ἀντικρύζει μέ λύπη καί ἀπορία.
Εἴμεθα χριστιανοί, φέρουμε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, δοξάζουμε Αὐτόν καί τό Εὐαγγέλιό Του. Αὐτός μᾶς ἀγάπησε τόσο πολύ, ὥστε ἔδωσε καί τήν ζωή Του γιά ἐμᾶς.
Καί γι᾿ αὐτό τό ἔργο Του δέν ζητᾶ τίποτε ἄλλο ὡς ἀντάλλαγμα παρά μόνο νά ἔχουμε ἀγάπη μεταξύ μας: «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». (Ἰωάν. 13,35). Καί παρ᾿ ὅλα αὐτά, πόση ἐχθρότης, πόση ἔλλειψις ἀγάπης, πόσο μῖσος βασιλεύει ἀνάμεσα στούς σημερινούς χριστιανούς! «Πῶς εἶναι δυνατόν;» μᾶς ἐρωτᾶ ὁ Κύριος μέ ψυχικό πόνο καί κατάπληξι.
Ἰδού εὑρισκόμεθα στόν ἱερό Οἶκο, στήν Ἐκκλησία, στό Κατοικητήριο τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἐκάλεσε στόν Μυστικό Του Δεῖπνο. Ἤλθαμε ἐπίσκεψι σ᾿ Αὐτόν νά τοῦ ἀπευθύνουμε λόγους εὐγνωμοσύνης, εὐχαριστίας γιά τίς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες, τίς ὁποῖες ἀδιάκοπα χορηγεῖ πρός χάριν μας καί ἱκεσίας προπαντός, διότι πόσο ἔχουμε ἀνάγκη βοηθείας ἀπ᾿ Αὐτόν!
Ἀλλά πόσο ἐξωτερικά, πόσο ἄδεια ἀπό πίστι καί χάρι καί χωρίς εὐλάβεια εἶναι τά λόγια καί τά αἰσθήματά μας πρός Αὐτόν! Στεκόμεθα δίπλα Του καί οἱ ματιές μας πλανῶνται ἐδῶ καί ἐκεῖ. Εὑρισκόμεθα γύρω ἀπό τόν θρόνο Του καί συζητοῦμε πράγματα πού εἶναι ξένα πρός τόν ἱερό αὐτόν τόπο! Καί ὁ Κύριος μᾶς παρατηρεῖ μέ λύπη καί ἀπορία: Πῶς εἶναι δυνατόν; Οὔτε μία ἀγαπητική ματιά, οὔτε ἕνα φιλικό αἴσθημα ἀπό αὐτούς πού κάθονται στό Δεῖπνο μου, στούς ὁποίους προσφέρω καθημερινῶς τροφή καί πόσι γιά τήν αἰώνια ζωή τους;»
Ἰδού εὑρίσκεσαι μόνος μέ μόνο τόν ἑαυτό σου, στό ἐσωτερικό ταμιεῖο τῆς καρδιᾶς σου. Ὁ Κύριος θέλει νά ἐνοικιάση αὐτό τό σπίτι, λέγοντας: «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν». Ὑπάρχει ἄραγε μεγαλύτερη τιμή ἀπ᾿ αὐτή; Καί ὅμως στό βῆμα τῆς καρδιᾶς σου σπανίως σιγοκαίει τό φῶς ἑνός κεριοῦ, σπανίως ἀνεβαίνει ἡ εὐωδία τοῦ θυμιάματος. Κι ὅμως ὁ ἐχθρός μέ τό φτυάρι ρίχνει μέσα τίς ἀκαθαρσίες τῶν παθῶν καί οἱ πνιγηρές ἀναθυμιάσεις των σοῦ σκοτίζουν τόν νοῦ καί σοῦ κόβουν τήν ἀναπνοή. Καί ὁ Κύριος σκεπάζει τό Πρόσωπό Του μέ ἀπορία καί πόνο! «Δεῦτε πρός Με, μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι (μέ τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν σας). 
Ἔλθετε οἱ κληρονόμοι τῆς Βασιλείας μου καί ὅλων τῶν ἀγαθῶν μου, τά ὁποῖα ἑτοίμασα ἀπό καταβολῆς κόσμου». Καί δυστυχῶς ὁ κόσμος τρέχει πρός τόν διάβολο καί τά ἔργα του: τίς ἁμαρτωλές ἀπολαύσεις, τήν γαστριμαργία, τό μῖσος, τά ὁποῖα τοῦ ἐξασφαλίζουν τήν κόλασι καί τά αἰώνια βάσανα. 
«Πῶς εἶναι δυνατόν αὐτό τό ἔργο;» Μᾶς ἐρωτᾶ ὁ Κύριος μέ πόνο καί ἀπορία.
Ἔτσι λοιπόν στήν ἐσωτερική μας ζωή, στήν καρδιά μας, πού εἶναι ὁ Οἶκος τοῦ Κυρίου, μέ τίς ἁμαρτίες  πού κάνουμε, κτυποῦμε ἀλύπητα καί πληγώνουμε μέ τά ραπίσματα τῆς ἀγνωμοσύνης μας, τῆς λησμονιᾶς, τῆς ἀναισθησίας καί ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν μας τό Ἅγιο καί Θεῖο Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀντικρύζει μέ βαθειά θλίψι, ἀπορία καί κατάπληξι. Πῶς εἶναι δυνατόν; 
 ***
Μετάφρασις ἀπό μοναχό Δαμασκηνό Γρηγοριάτη. 
Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.
Ἐπιμέλεια κειμένου   Ἀναβάσεις

https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Βρίσκει Κανείς Σήμερα Αγίους Κι Ανάμεσα Σε Λαϊκούς;


πατριαρχης παυλος σερβιας
Το 1999 ο π. Γεράσιμος μπήκε στη φωτιά του πολέμου, πήγε στη Σερβία που βομβαρδιζόταν, συνόδευσε μαζί με τον κ. Γ. Πολλάτο δύο νταλίκες με προμήθειες από την Κεφαλονιά για μια ανακούφιση του χειμαζομένου εκείνου λαού. Σημειωτέον ότι από εκεί γύρισε ξυπόλυτος, έδωσε και τα παπούτσια του σε έναν πρόσφυγα μουσουλμάνο.
Είχε δει και τον Πατριάρχη Παύλο, τον οποίον υπεραγαπούσε και συχνά ζωντάνευε σε διηγήσεις τα λόγια του.
Μεταξύ άλλων ανέφερε και το εξής:
Βλέποντας εκείνο τον βασανισμένο, αλλά άκαμπτο στην πίστη του Χριστού λαό, είπα στον Πατριάρχη Παύλο:
«Παναγιώτατε, βρίσκει κανείς σήμερα αγίους κι ανάμεσα σε λαϊκούς;» 
«Και βέβαια, π. Γεράσιμε, για άκουσε αυτό:
Σε μια πόλη της Ρωσίας,κατά τον εμφύλιο, την μια κυριαρχούσαν οι μεν και έσφαζαν και ρήμαζαν, την άλλη κυριαρχούσαν οι δε και έσφαζαν και ρήμαζαν.
Το ίδιο ήταν, έσφαζαν και ρήμαζαν. Μέσα σ’ εκείνο τον χαλασμό μια κοπέλα, η Κατερίνα, έμαθε ότι αυτοί που ήταν προ των πυλών θα σκότωναν μια φίλη της, μητέρα πέντε παιδιών.
Η Κατερίνα πήγε στο σπίτι της φίλης της και της είπε να πάρει τα παιδιά της και να φύγει, πριν έρθουν οι εχθροί.
Ποιοι ήταν οι εχθροί; Δεν έχει καμία σημασία, το ίδιο πράγμα και οι δύο ήτανε, έσφαζαν και ρήμαζαν.
Έμεινε αυτή στη θέση της. Αν δεν εύρισκαν κανένα θα συνέχιζαν να καταδιώκουν τη μητέρα μέχρι να την βρουν και να την σκοτώσουν.
Σκότωσαν την Κατερίνα.
Δεν είναι αγία αυτή η κοπέλα που σκέφτηκε τη φίλη της και θυσιάζοντας τη δική της ζωή, την γλίτωσε για να μεγαλώσει τα παιδιά της;»

Πηγή:  apantaortodoxias.blogspot.gr
http://www.orthodoxia.online/2018/02/22/%CE%B2%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BA%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5/

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Δ.Βογιατζή, Παρουσίαση και σχόλια στο έργο του Γρηγορίου Νύσσης "Περί κατασκευῆς του ἀνθρώπου"


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το έργο του ἐν ἁγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης γράφτηκε λίγο πριν το Πάσχα του 379 μ.Χ. και στάλθηκε στο νεώτερο αδελφό του Πέτρο, ως δώρο, υστέρα από το αίτημα του να συμπλήρωση ο Γρηγόριος τις "Εἰς την Ἑξαήμερον" ομιλίες του Μ. Βασιλείου. Ό Μ. Βασίλειος είχε υποσχεθεί να αναφερθεί στην πλάση του ανθρώπου, αλλά ο θάνατος εμπόδισε τη συγγραφή του έργου αυτού.

Το έργο είναι μια προσπάθεια για τη διατύπωση χριστιανικής ανθρωπολογίας βασισμένης στις ιατρικές ψυχολογικές κοσμολογικές και φιλοσοφικές γνώσεις της εποχής, σε μια εντυπωσιακή σύνθεση. Είναι χωρισμένο σε 30 κεφάλαια, πιθανότατα ομιλίες, που εκφωνήθηκαν σε ακροατήριο και αργότερα συνενώθηκαν σε ένα σύνολο.
Θα παρουσιάσουμε το περιεχόμενο τους σε τρεις θεματικές ενότητες:
Α) Η κατασκευή και η φυσιολογία του κόσμου και του άνθρωπου.
Β) Περί του νοός και της ψυχής.
Γ) Περί Παραδείσου και Αναστάσεως.
Θα κλείσουμε την παρουσίαση του έργου με γενικά σχόλια και συμπεράσματα.
ΜΕΡΟΣ Α’
Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ Η ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΚΕΦ. 1. Η κατασκευή του κόσμου και του άνθρωπου.
Ο λόγος περί του ανθρώπου πρέπει αναγκαίως να περιλάβει, κατά τον Αγ.Γρηγορίο, όλα τα σχετικά με αυτόν, δηλαδή τα πριν τη δημιουργία του, τα τωρινά και τα μέλλοντα να συμβούν. Έτσι η πραγματεία αρχίζει από τη δημι­ουρ­γία του κόσμου και τελειώνει στη Βασιλεία του Θεού. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει κατανοητή από χριστιανική άποψη η ανθρώπινη ύπαρξη ως φυσική και ιστορική οντότητα.
Στην περιγραφή της δημιουργίας του κόσμου, όπως και σε όλο το έργο, Άγ.Γρηγόριος, χρησιμοποιεί τα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του. Η γη βρίσκεται στο κέντρο τού σύμπαντος σύμφωνα με το πτολεμαϊκό σύστημα: «Σύνδεσμός δέ τις καί βεβαιότης τῶν γεγενημένων ἡ θεία τέχνη καί δύναμις τῇ φύσει τών ὄντων ἐναπετέθη, διπλαῖς ἐνεργείαις ἡνιοχοῦσα τά πάντα»[1]. Οι ενέργειες που η θεία τέχνη ενέβαλε στην φύσηείναι η κίνηση και η στάση που εναλλάσσονται συνεχώς, έτσι ώστε κάθε σταθερό να είναι συγχρόνως και δυνάμει τρεπτό και αντίστροφα. Αυτό γίνεται για να μη νομισθεί ότι κάτι είναι μονίμως άτρεπτο, άρα Θεός. Τέλος και κορύφωση της δημιουργίας είναι ό άνθρωπος. Σκοπός της δημιουργίας του άνθρωπου και μάλιστα τελευταίου από τα κτίσματα είναι «τῶν ἐν τῷ κόσμῳ θαυμάτων, τῶν μέν θεατην ἐσόμενον, τῶν δέ κύριον, ὡς διά μέν τῆς ἀπολαύσεως την σύνεσιν τοῦ χορηγοῦντος ἔχειν, διά δέ τοῦ κάλλους τε καί μεγέθους τῶν δρωμένων την ἄρρητόν τε καί ὑπέρ λόγον τοῦ πεποικότος τήν δύναμιν ἀνιχνεύειν»[2]. Είναι, λοιπόν, πλασμένος ο άνθρωπος με διπλή θεία και ανθρώπινη καταβολή, ώστε με το θείο στοιχείο να απολαμβάνει τα θεια και με το γήινο τα γήινα αγαθά.
Στο 1ο κεφ. της Γενέσεως η δημιουργία του ανθρώπου περιγράφεται με τη φράση: «Καί εἶπεν ὁ Θεός. Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν». Ερμηνεύοντας τη φράση αυτή παρουσιάζει ο Αγ. Γρηγόριος την ιδιόμορφη θεωρία του για τον τρόπο της δημιουργίας, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι ανιχνεύει τα ζητήματα «καθ' ὅσον χωρεῖ στοχασμοῖς τισι καί ὑπονοίαις» και όχι αποφαντικώς[3]. Ο άνθρωπος δεν είναι μικρόκοσμος, δηλαδή μικρογραφία του υλικού κόσμου, γιατί το μεγαλείο του δεν βρίσκεται στην ομοιότητα προς τον κτιστό κόσμο «ἀλλ’ἐν τῷ κατ’εἰκόνα γενέσθαι τῆς τοῦ κτίσαντος φύσεως»[4]. Ο Θεός είναι κατ' ουσία διάφορος τού κόσμου. Πώς λοιπόν να δεχθούμε ότι ο σαρκικός άνθρωπος είναι εικόνα του μακαρίου Θεού; Το πρόβλημα αυτό ξεπερνά ο Γρηγόριος με την παραδοχή διπλής δημιουργίας. Η πρώτη δημιουργία επισημαίνεται με τη φράση «ἐποίησεν ὁ Θεός τον ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν», η δεύτερη το «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς». Ο Θεός, ο οποίος βρίσκεται επέκεινα κάθε αγαθού πού είναι κτιστό, δημιούργησε τον άνθρωπο από αγαθότητα και του δώρισε το πλήρωμα της αρετής, της σοφίας και του καλού. Είναι εικόνα του Θεού, αλλά δεν έχει σχέση με την ουσία του Θεού. Αντίθετα, η ριζική διαφορά του άκτιστου και άτρεπτου Θεού και του κτιστού άνθρωπου μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το αυτεξούσιο και η ελεύθερη βούληση του άνθρωπου μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και προς το κακό. Ο Θεός, λοιπόν, με την προγνωστική του δύναμη προέβλεψε την κλίση του αυτεξουσίου ανθρώπου προς την αμαρτία και γι' αυτό «ἐπιτεχνᾶται τῇ εἰκόνι τήν περί το ἄρρεν καί θῆλυ διαφοράν, ἥτις οὐκέτι πρός τό θεῖον ἀρχέτυπον βλέπει ἀλλἀ τῇ ἀλογωτέρᾳ προσῳκείωται φύσει»[5]. Η δεύτερη, δηλαδή, δημιουργία συνίσταται στη διαφοροποίηση των φύλων και του τρόπου αναπαραγωγής. Ο άνθρωπος της πρώτης δημιουργίας είναι ο καθολικός άνθρωπος. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται το σύνολο της ανθρωπότητας σε ένα σώμα.
Η αντίληψη αυτή για τον καθολικό άνθρωπο είναι συνεπής με τη διδασκαλία του Αγ.Γρηγορίου για τη δημιουργία του κόσμου που εκθέτει στο έργο του «Ἀπολογητικός περί τῆς Ἑξαημέρου». Λέγει εκεί ότι ο Θεός στην αρχή της κοσμογονίας δημιούργησε διά μιας «ἐν κεφαλαίῳ» όλα τα όντα: «Οὐκοῡν τοῦτο νοεῖν ἡ ἀρχή τῆς δημιουργίας ὑποτίθεται, ὅτι διά πάντων τῶν ὄντων τάς ἀφορμάς καί τάς αἰτίας συλλήβδην ὁ θεός ἐν ἀκαρεῖ κατεβάλλετο κάι ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ θελήματος ὁρμῇ ἡ ἑκάστου τῶν ὄντων οὐσία συνέδραμε»[6]. Συγκρότησε, δηλαδή, ακαριαία ο Θεός την ουσία κάθε όντος και καθόρισε τους λόγους, δηλαδή τις δομές και τις σχέσεις των όντων και του σύμπαντος. Έτσι, η εξελικτική δημιουργία τού σύμπαντος των φυτών, των ζώων, του άνθρωπου κ.λπ. δεν είναι παρά η μετάσταση κάθε όντος από την "δυνάμει" στην "ενεργεία" κατάσταση, στον συγκεκριμένο χρόνο πού καθόρισε εξαρχής η αναγκαία φυσική τάξη. Ο κόσμος, δηλαδή, εξελίσσεται από μόνος του σταδιακά, όχι όμως μέ «ἄτακτον και τυχαίαν φοράν», αλλά σύμφωνα με την τάξη πού έθεσε ο Θεός «καθ’ εἱρμόν και σοφίαν»[7].
Κατά τον ίδιο τρόπο στην πρώτη δημιουργία του άνθρωπου η εικών τού Θεού περιλαμβάνει όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις έως τη συντέλεια των αιώνων, δημιουργημένες δυνάμει και αναμένουσες την ενεργεία ύπαρξη. Η χρησιμοποίηση της αριστοτελικής φιλοσοφίας εδώ από το Γρηγόριο γίνεται για να τονιστεί η υπερβατικότητα του Θεού αλλά και των ακτίστων ενεργειών του, οι οποίες δεν μπορούν να γνωσθούν και να νοηθούν, αλλά αλλοιώνουν και δημι­ουργούν το κτιστόπαραμένουσες άγνωστες. «∆ιὰ τοῦτο εἷς ἄνθρωπος κατωνοµάσθη τὸ πᾶν, ὅτι τῇ δυνάµει τοῦ Θεοῦ οὔτε τι παρῴχηκεν, οὔτε µέλλει, ἀλλὰ καὶ τὸ προσδοκώµενον ἐπίσης τῷ παρόντι τῇ περιεκτικῇ τοῦ παντὸς ἐνεργείᾳ περικρατεῖται»[8]. Στη θεία διάσταση, δηλαδή, δεν υπάρχει παρόν και μέλλον ως χρόνος ανθρώπινος, αλλά και το αναμενόμενο συνυπάρχει με το παρόν.
Η παραδοχή, λοιπόν, ότι κατά την πρώτη δημιουργία δεν υπήρχε η διάκριση των φύλων στους ανθρώπους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι αποτέλεσμα της παραβάσεως. Θέτει όμως η παραδοχή αυτή το πρόβλημα του πολλαπλασιασμού του ανθρωπίνου γένους στον Παράδεισο. Για τη λύση του προβλήματος ο Γρηγόριος θυμίζει την ευαγγελική διδασκαλία ότι ο βίος του Παραδείσου είναι ίδιος μ’ αυτόν της Βασιλείας του Θεού. Στην Ανάσταση ούτε νυμφεύονται, ούτε παντρεύονται αλλά είναι όπως οι άγγελοι στον ουρανό (Μρκ, 12: 25). Οι άγγελοι όμως πολλαπλασιάζονται με άρρητο και πνευματικό τρόπο και κατά συνέπεια ο ίδιος τρόπος πολλαπλασιασμού θα ίσχυε και για τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος χωρίς γάμο θα ζούσε όπως οι άγγελοι χωρίς γάμο, γιατί πριν την παράβαση ήταν όμοιος μ’αυτούς. Η τροπή του ανθρώπου προς την ύλη μετά την παράβαση, έφερε την δια του σαρκικού γάμου διαδοχή και διαιώνιση του γένους.

2) Η φυσιολογία τού άνθρωπου

Στα κεφάλαια 7-9 εξετάζεται η σωματική κατασκευή τού ανθρώπου. Στην παρουσίαση αυτή ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία από τον Αριστοτέλη, τον Αναξαγόρα και άλλους φυσιολόγους και φιλοσόφους. Ο άνθρωπος κατασκευάστηκε αδύνατος σωματικά και χωρίς αμυντικά όπλα όπως τα ζώα, δηλαδή δύναμη, ταχύτητα, κέρατα, φτερά, κεντρί κλπ. Η στέρηση όμως όλων αυτών είναι η αιτία της κυριαρχίας του ανθρώπου γιατί τον ανάγκασε να αναπτύξει τις διανοητικές του ικανότητες και να ανακαλύψει τρόπους να ξεπεράσει την αδυναμία του. Έτσι εξημέρωσε τα ζώα και τα έθεσε στην υπηρεσία του, επινόησε το σίδηρο και κατοχύρωσε την κυριαρχία του με την εφευρετικότητα του. Η ταχύτητα του ίππου, το μαλλί του προβάτου, τα αχθοφόρα ζώα, ο σκύλος, ακόμα και τα πτηνά τίθενται στην υπηρεσία του ανθρώπου.
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό του είναι η όρθια στάση και η ύπαρξη των χεριών. Ακολουθώντας τον Αναξαγόρα ο Αγ.Γρηγόριος συνδέει τα δύο αυτά χαρακτηριστικά με την ομιλία και τη νόηση. Πράγματι, αν ο άνθρωπος δεν είχε χέρια, το πρόσωπο του θα ήταν φτιαγμένο έτσι ώστε να μπορεί συλλέγει την τροφή, δηλαδή προμήκες με χοντρά χείλη, μεγάλα δόντια και σαρκώδη σκληρή γλώσσα. Αυτό το πρόσωπο δεν θα ήταν κατάλληλο για την εκφορά του λόγου, αλλά μόνο για μυκηθμούς και υλακές. «Νυνὶ δὲ τῆς χειρὸς ἐντεθείσης τῷ σώµατι, εὔσχολόν ἐστι τὸ στόµα τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ λόγου. Οὐκοῦν ἴδιον τῆς λογικῆς φύσεως αἱ χεῖρες ἀναπεφήνασιν, οὕτω τοῦ πλάστου διὰ τούτων ἐπινοήσαντος τῷ λόγῳ τὴν εὐκολίαν»[9].

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΟΣ
Ο Άγιος Γρηγόριος αναπτύσσει σε διάφορα κεφάλαια τη θεωρία του για την ψυχή και το νου. Ο νους, βέβαια, είναι το κύριο μέρος της ψυχής, αλλά και το ιδιαίτερο γνώρισμα τού άνθρωπου. Θα ασχοληθούμε πρώτα γενικότερα με την ψυχή και στη συνέχεια ειδικότερα με το νου.
1. Η ψυχή
Στη διαίρεση της ψυχής, όπως και σε πολλά άλλα σημεία της διδασκαλίας του γι' αυτήν, ο Γρηγόριος ακολουθεί τον Αριστοτέλη και διακρίνει σ’αυτή τρία μέρη, το θρεπτικό, το αισθητικό και το λογικό. Η θρεπτική δύναμη παρατηρείται στα φυτά. Η θρεπτική μαζί με την αισθητική, δηλαδή τη λειτουργία των πέντε αισθήσεων, υπάρχει στα ζώα και η ολοκληρωμένη ζωή υπάρχει στην ανθρώπινη φύση, η οποία φαίνεται «τρεφοµένη τε καὶ αἰσθανοµένη, καὶ λόγου µετέχουσα, καὶ νῷ διοικουµένη»[10]. Η εμφάνιση τον τριών αυτών ειδών ζωής έγινε σταδιακά με πρόοδο από το ατελέστερο στο τελειότερο. Γι' αυτό «τελευταῖος µετὰ τὰ βλαστήµατα καὶ τὰ βοτὰ κατεσκευάσθη ὁ ἄνθρωπος, ὁδῷ τινι πρὸς τὸ τέλειον ἀκολούθως προϊούσης τῆς φύσεως»[11]. Διδάσκοντας και εδώ την εξελικτική πο­ρεία της δημιουργίας, όπως την περιγράψαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, γράφει: «Οὐκοῦν εἰκότως, καθάπερ διὰ βαθµῶν ἡ φύσις, τῶν τῆς ζωῆς λέγω ἰδιωµάτων, ἀπὸ τῶν µικροτέρων ἐπὶ τὸ τέλειον ποιεῖται τὴν ἄνοδον»[12].
Ένα από τα πιο βασικά προβλήματα της διδασκαλίας, περί ψυχής είναι το θέμα της προΰπαρξής της και της σχέσης της με το σώμα. Πριν διατυπώσει τη δική του άποψη ό Άγ.Γρηγόριος αναιρεί δύο άλλες απόψεις σχετικές με το θέμα. Η πρώτη θεωρία, η πλατωνική καί ωριγενική, δίδασκε ότι οι ψυχές προϋπάρχουν και ξεπέφτουν στην ένωση με το σώμα, όπου χάνουν τη σχέση τους με το καλό. Η αντίληψη αυτή οδηγεί στην ιδέα για τη μετενσάρκωση, γιατί η ψυχή είναι υποχρεωμένη να αλλάζει σώματα μέχρις ότου φθάσει στο κατώτερο είδος ζωής και ξαναρχίσει την αντίστροφη πορεία για επάνοδό της στον ουρανό. Αυτή η πορεία πάσχει λογικά γιατί «ἐκ θάµνου ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον τὴν ψυχὴν ἐπανάγουσιν. «Οὐκοῦν προτιµοτέραν τὴν ἐν θάµνῳ ζωὴν τῆς ἀσωµάτου διαγωγῆς ἐκ τούτων ἀποδεικνύουσιν»[13]. Η δεύτερη θεωρία διδάσκει ότι η ψυχή κατά την τάξη της μωσαϊκής διηγήσεως δημιουργήθηκε μετά το σώμα. Και αυτή η θεωρία θεωρείται άτοπη, γιατί αν η πήλινη φύση δημιουργήθηκε πρώτη μπορεί να θεωρηθεί ανώτερη από τη νοερή.
Η διδασκαλία του Αγ. Γρηγορίου για το θέμα είναι ότι ψυχές και σώματα δημιουργούνται συγχρόνως τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη δημιουργία. «Ἐν δὲ τῇ καθ' ἕκαστον δημιουργίᾳ μὴ προτιθέναι τοῦ ἑτέρου τὸ ἕτερον, μήτε πρὸ τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν, μήτε τὸ ἔμπαλιν· ὡς ἂν μὴ στασιάζοι πρὸς ἑαυτὸν ὁ ἄνθρωπος τῇ κατὰ τὸν χρόνον διαφορᾷ μεριζόμενος»[14]. Όπως, λοιπόν, ο σπόρος του σταχυού περιέχει όλα τα χαρακτηριστικά του είδους, π.χ. το χόρτο, το καλάμι, τη ρίζα, τον καρπό κ.λπ., «κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ τὴν ἀνθρωπίνην σπορὰν ὑπειλήφαμεν ἔχειν ἐν τῇ πρώτῃ τῆς συστάσεως ἀφορμῇ συνεσπαρμένην τὴν τῆς φύσεως δύναμιν. Ἐξαπλοῦσθαι δὲ καὶ φανεροῦσθαι διά τινος φυσικῆς ἀκολουθίας πρὸς τὸ τέλειον προϊοῦσαν, οὐ προσλαμβάνουσάν τι τῶν ἔξωθεν εἰς ἀφορμὴν τελειώσεως· ἀλλ' ἑαυτὴν εἰς τὸ τέλειον δι' ἀκολουθίας προάγουσαν. Ὡς μήτε ψυχὴν πρὸ τοῦ σώματος, μήτε χωρίς ψυχῆς τὸ σῶμα ἀληθὲς εἶναι λέγειν, ἀλλὰ μίαν ἀμφοτέρων ἀρχὴν, κατὰ μὲν τὸν ὑψηλότερον λόγον, ἐν τῷ πρώτῳ τοῦ Θεοῦ βουλήματι καταβληθεῖσαν, κατὰ δὲ τὸν ἕτερον, ἐν ταῖς τῆς γενέσεως ἀφορμαῖς συνισταμένην»[15]. Δηλαδή και το ανθρώπινο σπέρμα έχει μέσα του τυπωμένη την εξελικτική του πορεία η οποία θα οδηγήσει με τρόπο φυσικό, χωρίς εξωτερική παρέμβαση στην τελείωση, σωματική και ψυχική. Υπάρχει, λοιπόν, τοποθετημένη από το Θεό στο ανθρώπινο σπέρμα η ψυχοσωματική μορφή του ανθρώπου, που μορφοποιείται με φυσική εξέλιξη. Σημαντική είναι επίσης η παρατήρηση ότι οι ενέργειες και οι εκδηλώσεις της ψυχής εμφανίζονται και συναυξάνονται συγχρόνως με τα σωματικά χαρακτηριστικά: «ἀναλόγως δὲ τῆς τοῦ σώματος κατασκευῆς τε καὶ τελειώσεως, καὶ τὰς τῆς ψυχῆς ἐνεργείας τῷ ὑποκειμένῳ συναύξεσθαι»[16]. Οι δυνάμεις της ψυχής υπάρχουν στο σώμα από τη στιγμή της συλλήψεως και αναπτύσσονται σταδιακά ως την ωρίμανση του άνθρωπου με την σειρά της δημιουργίας, δηλαδή πρώτα η θρεπτική, μετά η αισθητική και τέλος η λογική.

2. Ο Νους

Όπως είδαμε στο κεφάλαιο για την φυσιολογία τού άνθρωπου η ύπαρξη του νου συνδέεται με την κατασκευή τού στόματος και την ομιλία, πού γίνεται δυνατή χάρις στην ύπαρξη των χεριών. Η λειτουργία του νου ξεκινά με την πρόσληψη των ερεθισμάτων των αισθητηρίων οργάνων. Τα ερεθίσματα αυτά προσλαμβάνονται από το νου και μετά από επεξεργασία καταχωρούνται στους κατάλληλους τόπους της γνώσεως. Μία δηλαδή είναι η αντιληπτική δύναμη ενιαία και απλή. Ο νους δεν ταυτίζεται με τις αισθήσεις, αλλά βρίσκεται σ' όλες τις ενέργειες των αισθήσεων. Εδώ ο Αγ. Γρηγόριος παρομοιάζει το νου, ως εικόνα του Θεού με τον ίδιο το Θεό. Όπως δηλαδή ο Θεός είναι απλούς και ακατάληπτος κατά την ουσία του, έτσι και ο νους είναι απλούς και ακατάληπτος, οι ενέργειες του όμως είναι πολλαπλές. Απορρίπτει επίσης κάθε θεωρία που εντοπίζει τη νοητική ενέργεια σε συγκεκριμένο όργανο τού σώματος όπως η πλατωνική στον εγκέφαλο, η αριστοτελική στην καρδιά ή η κοινή αρχαία παράδοση στο ήπαρ. Οι διάφορες ασθένειες ή πληγές ειδικά στον εγκέφαλο επηρεάζουν την λειτουργία του νου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός είναι εγκαταστημένος σε κάποιο συγκεκριμένο όργανο. Απόδειξη γι' αυτό είναι το ότι οι διάφορες συναισθηματικές και διανοητικές καταστάσεις έχουν επίδραση σε όλον τον οργανισμό, π.χ. όταν κάποιος στενοχωρείται αυξάνει η έκκριση χολής και γίνεται κίτρινος. Επομένως, «τὸν δὲ νοῦν ὁμοτίμως ἑκάστῳ τῶν μορίων, κατὰ τὸν ἄφραστον τῆς ἀνακράσεως λόγον ἐφάπτεσθαι νομιστέον»[17]. Μοιάζει λοιπόν ο νους με κάποιο μουσικό, ο οποίος για να δείξει την τέχνη του χρειάζεται ένα καλό και εύηχο όργανο. Αν το όργανο είναι φθαρμένο η άχρηστο η τέχνη του μένει άπρακτη. Έτσι, αν κάποιο όργανο ασθενεί η δύναμη του νου δεν ενεργοποιείται. Η σωματική φύση όταν σχετίζεται με το νου γίνεται κάτοπτρο του κατόπτρου της θείας φύσεως. Αν όμως διασπασθεί η σχέση ύλης και νου, τότε η ύλη περιπίπτει στην αμορφία, καταστρέφεται το κάλλος της και γεννάται το κακό «διά τῆς ὑπεξαιρέσεως τοῦ καλοῦ»[18]. Όσο, λοιπόν, η υλική φύση συνέχεται από το νου βρίσκεται στην φυσική της κατάσταση και είναι εικών της εικόνος του Θεού.
Για τη σύνδεση του νου με τις σωματικές λειτουργίες ο Αγ. Γρηγόριος προσάγει μερικά επιπρόσθετα επιχειρήματα αναλύοντας την λειτουργία του ύπνου, του ονείρου και του χασμουρητού. Ο ύπνος προκαλείται από την ανάγκη, που είναι κοινή στη φύση, της εναλλαγής των καταστάσεων. Κένωση-πληρότητα, ένταση και χαλάρωση εναλλάσσονται για τη συντήρηση του σώματος, ως ανάγκες της φύσεως. Ο ύπνος προκαλείται από τις αναθυμιάσεις των ατμών των τροφών που ανέρχονται στον εγκέφαλο. Αν ο άνθρωπος δεν κοιμηθεί οι ατμοί αυτοί πού ζητούν διέξοδο προκαλούν το χασμουρητό. Κατά τον ύπνο αδρανεί η νοητική και αισθητική δύναμη και ενεργεί το κατώτερο μέρος της ψυχής. Τα όνειρα, συνεπώς, είναι ενεργήματα του θρεπτικού μέρους, φαντάσματα της νοητικής ενέργειας. Υπάρχει, δηλαδή, στο θρεπτικό μέρος της ψυχής κάποιο απήχημα τού μνημονικού, το οποίο εντυπώνει σ' αυτό διάφορα είδωλα των γεγονότων πού συμβαίνουν όταν είναι κάποιος σε εγρήγορση. Όταν ο άνθρωπος κοιμάται τα είδωλα αυτά εμφανίζονται στο όνειρο. Η μνήμη, συνεπώς, δεν ανήκει εξολοκλήρου στη νόηση, αλλά υπάρχει και στο μέρος της ψυχής που εμφανίζεται να ενεργεί κατά το όνειρο αυτόνομα. Δεν απουσιάζουν, όμως, τελείως οι άλλες δύο ενέργειες της ψυχής, αλλά παραμένει η δύναμη τους πολύ μειωμένη: «καὶ κρατοῦντος τοῦ ἀλογωτέρου, παύεται μὲν ἡ τῶν ἑτέρων ἐνέργεια, οὐ μὴν παντελῶς ἀποσβέννυται»[19]. Πολλές φορές, τα είδωλα της καθημερινότητας στα όνειρα εκλαμβάνονται ως προγνώσεις του μέλλοντος. Όμως, η εξήγηση αυτών των ονείρων είναι καθόλα λογική. Οι λίγες Θεοφάνειες, π.χ. του Δανιήλ ή του Ιωσήφ του Μνήστορος, δεν έχουν σχέση με τη δύναμη των ονείρων, αλλά είναι ενεργήματα θείας δυνάμεως.

Συνοψίζοντας ό Άγ. Γρηγόριος, χωρίζει τα όνειρα σε τρείς κατηγορίες:
α) Στα όνειρα πού εμφανίζονται είδωλα των καθημερινών εμπειριών πουν τυπώθηκαν στο μνημονικό της ψυχής.
β) Σε όνειρα που αποτυπώνουν διαθέσεις και καταστάσεις του σώματος σήμερα θα λέγαμε ενέργειες ενστίκτων και ορμών. «Οὕτω γὰρ ὁ διψώδης ἐν πηγαῖς εἶναι δοκεῖ, καὶ ἐν εὐωχίαις ὁ τροφῆς προσδεόμενος, καὶ ὁ νέος, σφριγώσης αὐτῷ τῆς ἡλικίας, καταλλήλῳ τῷ πάθει φαντασιοῦται» (δηλ. εκδηλώνεται στο όνειρο η libido)[20]. Επίσης όταν κάποιος ασθενεί βλέπει ανάλογα με την ασθένεια όνειρα.
γ) 'Υπάρχουν όνειρα πού προσαρμόζονται στην ηθική κατάσταση του ανθρώπου. Άλλα όνειρα βλέπει ο σώφρων και άλλα ο ακόλαστος, ο γενναιόδωρος ή ο φιλάργυρος. Εκφράζει λοιπόν η αλογώτερη διάθεση της ψυχής ανάλογες με το ήθος επιθυμίες.
Είδαμε λοιπόν ότι ο νους βρίσκεται εξίσου σ' όλα τα μέρη του οργανισμού.
Ο τρόπος σύνδεσης νου και σώματος είναι αδύνατον να γνωρισθεί. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι ο νους αναπτύσσεται μαζί με το σώμα και ότι πιθανή βλάβη του σώματος επηρεάζει το νου. Η ψυχή, λοιπόν, είναι μία και ενιαία κατά τη φύση της που ενεργοποιείται διά των αισθήσεων και ενώνεται με την υλική φύση δι' αυτών. Η σύνδεση του νου με την άλογη φύση έφερε στον άνθρωπο τα πάθη της φύσεως αυτής. Έτσι, η ομοίωση του άνθρωπου προς το Θεό δεν βρίσκεται ούτε στο θρεπτικό, ούτε στο συναισθηματικό μέρος της ψυχής, που κυριαρχούνται από πάθη και ηδονές. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης π.χ. είναι αίτιο πολλών παθών. Γιατί με το θυμό συντηρούνται τα θηρία, με τη φιληδονία τα πολύγονα, με τη δειλία τα αδύνατα, με τη λαιμαργία τα πολύσαρκα κ.λπ. Ο άνθρωπος, λοιπόν, έχει διπλή τη φύση «τῷ μὲν θεοειδεῖ τῆς διανοίας πρὸς τὸ θεῖον κάλλος μεμορφωμένος, ταῖς δὲ κατὰ πάθος ἐγγινομέναις ὁρμαῖς πρὸς τὸ κτηνῶδες φέρων τὴν οἰκειότητα»[21].
Έτσι ο ανθρώπινος λόγος πολλές φορές υποδουλώνεται στα πάθη και παραλαμβάνοντας τις αρχές των παθών από το άλογο μέρος της ψυχής, τις αυξάνει και τις πολλαπλασιάζει. Αν π.χ. ο θυμός είναι συγγενής με την ορμή των ζώων, η μήνις, ο φθόνος, η υποκρισία είναι η ανάπτυξη της ορμής από το λογικό. Χωρίς τη συνέργεια του νου, τα πάθη ατονούν και ξεθυμαίνουν εύκολα. Αντίθετα η κυριαρχία τού νου στα πάθη τα μεταβάλλει σε αρετές, π.χ. το θυμό σε ανδρεία, τη δειλία σε ασφάλεια, το φόβο σε ευπείθεια, το μίσος σε αποστροφή της κακίας και την ερωτική ορμή σε αγάπη προς το καλό. Συνήθως όμως ο νους υποδουλώνεται στα πάθη και αυτά επιθέτονται «οἷον προσωπεῖον εἰδεχθὲς τῷ κατὰ τὴν εἰκόνα κάλλει» και συνεπώς η θεία εικόνα φαίνεται εναργέστερα στους «ὑψηλούς τήν ἀρετήν καί καθαρεύοντας ἐκ μολυσμάτων» [22]. Σ' αυτούς διαφυλάσσεται καθαρή η μορφή της εικόνας και εφαρμόζεται ο λόγος ότι ο άνθρωπος ομοιάζει στο Θεό.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Στο τελευταίο μέρος του έργου Άγ. Γρηγόριος ομιλεί για τον παράδεισο και την Ανάσταση. Κάθε λόγος για τη δημιουργία είναι ελλιπής χωρίς αναφορά στο τέλος του κόσμου. Γιατί στο Χριστιανισμό η δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου είναι άρρηκτα δεμένη με την εσχατολογική προοπτική της Βασιλείας του Θεού.

1. Περί Παραδείσου

Τα αγαθά του Παραδείσου κατά τον Ἀγ. Γρηγόριο ήταν πνευματικά, όπως και η τροφή. Το μεν δένδρο του καλού, το «ολικό δένδρο», το «πᾶν ξύλο», λέει χαρακτηριστικά, είναι το όντως αγαθό. Στο ξύλο της γνώσεως καλού και κακού υπάρχει ανάμεικτη η γνώση των δύο στοιχείων. Η φύση λοιπόν του κακού είναι πάντοτε σύμμικτη. Εμφανίζεται, δηλαδή, με την όψη του καλού και ελκύει με την ηδονή στον όλεθρο. Αντίθετα, «τὸ ὄντως ἀγαθὸν ἁπλοῦν καὶ μονοειδές ἐστι τῇ φύσει, πάσης διπλόης καὶ τῆς πρὸς τὸ ἐναντίον συζυγίας ἀλλότριον»[23]. Γι' αυτό και ο όφις παρουσίασε το δένδρο «ὡς καλόν εἰς βρῶσιν και ἀρεστόν τοῦ κατανοῆσαι» (Γεν, 3:6). Έτσι λοιπόν εισήλθε στους ανθρώπους ο θάνατος σαν δηλητήριο ανακατεμένο με μέλι και αυτοί ομοιώθησαν «τῇ ματαιότητι» και σκοτίσθηκε η εικόνα του Θεού.
2. Περί Αναστάσεως
Αναφερόμενος στα επόμενα κεφάλαια στο θέμα της Αναστάσεως ξεκινά με την απόδειξη της αναγκαιότητας της με φιλοσοφικά και λογικά επιχειρήματα. Εφόσον η θεία φύσις είναι άτρεπτη και αμετάβλητη και το κακό, τρεπτό και περιορισμένο, δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινό. Το διάστημα της κακίας στην πορεία του κόσμου έχει ένα τέλος και τότε θα επικρατήσει για πάντα το αγαθό. Εδώ έχουμε τη θεολογική βάση της θεωρίας για την αποκατάσταση που αναπτύσσει σε άλλα έργα του ο Γρηγόριος. Το τέλος των αιώνων θα έρθει όταν τελειώσει ο προκαθορισμένος στην πρώτη ανθρώπινη δημιουργία αριθμός ψυχών. Τότε θα γίνει η αναστοιχείωσις των πάντων και η μεταβολή του ανθρωπίνου από φθαρτό σε απαθές. Η αφθαρτισμένη σάρκα του ανθρώπου θα μπορεί να κινείται στον αέρα και θα αρπαγεί «ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν Κυρίου εἰς ἀέρα» (Α’Θεσσ, 4:16). Δεν πρέπει οι Χριστιανοί να ασχολούνται με το αν καθυστερεί ή με το πότε θα έλθει η Ανάσταση, αλλά πρέπει όλοι να προετοιμαζόμαστε με την αγαθή πολιτεία μας για να αποκτήσουμε τη μέλλουσα χάρη.
Μία από τις προϋποθέσεις της πίστεως στην Ανάσταση είναι η αντίληψη ότι ο κόσμος έχει αρχή και τέλος. Αν δεχθούμε την αιωνιότητα της ύλης τότε αυτόματα αποκλείουμε την Ανάσταση. Το επιχείρημα αυτών που δέχονται την αϊδιότητα της ύλης είναι, ότι αφού ο Θεός είναι απλούς και άυλος, ενώ η ύλη πεπερασμένη, με τις ιδιότητες της έκτασης, του όγκου, του σχήματος, του χρώματος κλπ., δεν μπορεί ναπροέρχεται από το Θεό. Ή πρέπει, λοιπόν, να δεχθούμε ότι ο Θεός περιέχει το υλικό στοιχείο, άρα είναι σύνθετος και ποσοτικός, ή ότι η ύλη είναι έξω από το Θεό και συνυπάρχει με αυτόν αιωνίως, όπως δέχεται ο Μανιχαϊσμός. Η χριστιανική αντίληψη είναι ότι ο Θεός δημιούργησε τα πάντα ελεύθερα, με το θείο του θέλημα. Η ύλη δεν είναι στοιχείο της ουσίας τού Θεού, αλλά κτίσμα της ακτίστου ενεργείας του. Η ίδια η ύλη δεν είναι κάτι ξένο από τη λογική, γιατί αποτελείται από ποιότητες, που αν τις αφαιρέσουμε δεν υπάρχει. Οι ποιότητες αυτές ονομάζονται "λόγοι" και τέτοιοι είναι το βάρος, το χρώμα, η έκταση, η ποσότητα. Χωρίς αυτούς τούς λόγους τα όντα διαλύονται. Έτσι η δημιουργία της ύλης συντελείται με τη δημιουργία των λόγων από το Θεό και τη γένεση κατόπιν από αυτούς της υλικής φύσεως. Εδώ, ο Γρηγόριος, χρησιμοποιεί τη νεοπλατωνική μέθοδο για να ερμηνεύσει τη γένεση της υλικής φύσεως.
Για τη διδασκαλία περί Αναστάσεως όμως μπορούμε να βρούμε αδιάψευσ­τες αποδείξεις και στην Αγία Γραφή. Ό Χριστός, με μια σειρά θαυμάτων, μας οδηγεί σταδιακά στην αποκάλυψη τού μυστηρίου της Αναστάσεως. Άρχισε τη θαυματοποιία του από τα κατώτερα και σιγά-σιγά μας εισήγαγε στα μεγαλύτερα για να κάνει, όπως η μητέρα στο νήπιο, την τροφή πιο εύπεπτη. Προηγούνται στη σειρά των θαυμάτων οι ιάσεις, όπως της πεθεράς του Σίμωνος και της κόρης του αξιωματούχου, προχωρεί σε αναστάσεις ανθρώπων που μόλις είχαν πεθάνει, όπως η κόρη του Ιαείρου και ο υιός της χήρας της Ναΐν. Με την ανάσταση του Λαζάρου, έχουμε ανάσταση άνθρωπου που παρέμεινε στον τάφο, και τέλος ολοκλήρωσε το έργο του με τη δική του ανάσταση.
Παρόλα αυτά «εἰσί τινες, οἳ διὰ τὴν τῶν ἀνθρωπίνων λογισμῶν ἀτονίαν, πρὸς τὰ ἡμέτερα μέτρα τὴν θείαν δύναμιν κρίνοντες, τὸ ἡμῖν ἀχώρητον οὐδὲ Θεῷ δυνατὸν εἶναι κατασκευάζουσι»[24]. Ισχυρίζονται λοιπόν μερικοί ότι η ανάσταση είναι αδύνατη, γιατί δεν είναι δυνατό να αναστηθεί κάποιο σώμα καμένο η φαγωμένο από ζώο; Η απάντηση στο επιχείρημα αυτό είναι ότι το σώμα, όταν χωριστεί από την ψυχή διαλύεται στα συστατικά του, αλλά αυτά δεν παύουν να βρίσκονται στον κόσμο. Η σχέση της ψυχής με τα στοιχεία του σώματος δεν καταργείται, αλλά αντίθετα διατηρείται και αυτά κατά την ανάσταση έλκονται και επανασυντίθενται με την ψυχή με άρρητο τρόπο. Άλλωστε κάποιο σωματικό γνώρισμα παραμένει στις ψυχές και στον Άδη, όπως φαίνεται στην παραβολή τού πλουσίου και του Λαζάρου. Η αναστοιχείωση αυτή του σώματος γίνεται σύμφωνα με τον ιδανικό τύπο του κάθε άνθρωπου, όπως ταιριάζει στην ζωή της αφθαρσίας.
Στο τελευταίο κεφάλαιο τού έργου του, ο Άγ. Γρηγόριος παρουσιάζει μια ανατομική και φυσιολογική περιγραφή του ανθρώπινου σώματος και των λειτουργιών του σύμφωνα με τις επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής του.

ΓΕΝΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Κλείνοντας την παρουσίαση του έργου τού "Αγίου Γρηγορίου, θα τολμήσουμε να διατυπώσουμε ορισμένα σχόλια και συμπεράσματα για το περιεχόμενο του.
1. Κύριο γνώρισμα της προσωπικότητας του Αγ. Γρηγορίου, εκτός από τη βαθειά θεολογική και θεοτική του εμπειρία, είναι η φιλοσοφική και επιστημονική του κατάρτιση, που φαίνεται από τη χρησιμοποίηση με άνεση ιατρικών κοσμολογικών και ψυχολογικών γνώσεων της εποχής του. Πιθανότατα δε είχε σπουδάσει και εξασκούσε την ιατρική. Με την ίδια άνεση κινείται και στο χώρο των ποικίλων φιλοσοφικών σχολών και αντιλήψεων, τις οποίες χρησιμοποιεί επιλεκτικά, περισσότερο τον Αριστοτέλη αλλά και τον Αναξαγόρα, τον Πλάτωνα και τους Νεοπλατωνικούς. Όταν λοιπόν θεολογεί για τον άνθρωπο και τον κόσμο, δεν αερολογεί ούτε πολυλογεί ανούσια, αλλά πλησιάζει την πραγματικότητα, όπως έχει ερμηνευτεί από την επιστήμη της εποχής του για να τη συνδέσει με τις αλήθειες της θείας Αποκαλύψεως. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου, η Εκκλησία πρέπει η ίδια να είναι διδάσκαλος της ανατομίας και της φυσιολογίας και να μη προσφεύγει στη θύραθεν σοφία. Ο Άγ. Γρηγόριος δεν ζητά να προσαρμόσει την επιστήμη στην Άγ. Γραφη, όπως πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι, αλλά αντίθετα σέβεται απόλυτα τα επιστημονικά πορίσματα και, όπου χρειάζεται, αναιρεί παρωχημένες κοσμολογικές απόψεις ή ανθρωπομορφικές εκφράσεις με τη λεγόμενη αναγωγική και τροπολογική μέθοδο αναδεικνύοντας τις αιώνιες θεολογικές αλήθειες. Για παράδειγμα δεν μένει προσηλωμένος στην μωσαϊκή σειρά της δημιουργίας σώματος και ψυχής και αφαιρεί από τη δημιουργία τού κόσμου κάθε ανθρωπομορφισμό λέγοντας ότι αυτή έγινε στιγμιαία και εξελίσσεται δυναμικά κατά την προκαθορισμένη τάξη.
2. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ιδιόμορφη αντίληψη του Άγ.Γρηγορίου για τη δημιουργία του άνθρωπου. Ο άνθρωπος του Παραδείσου βρίσκεται εκτός του γνωστού ιστορικού χρόνου, σε κατάσταση παρόμοια με αυτή της βασιλείας του Θεού. Το σώμα του, δηλαδή, είναι απαθές και άφθαρτο, δεν έχει τη γενετησία λειτουργία και πολλαπλασιάζεται με τον τρόπο των αγγέλων. Η πτώση, λοιπόν, συνοδεύεται από μια δεύτερη δημιουργική επέμβαση τού Θεού. Στην πρώτη δημιουργία έχουμε την τέλεια εικόνα του Θεού. Στη δεύτερη προστίθεται ένας άλλος τρόπος γέννησης και διαιώνισης του άνθρωπου, που ταιριάζει με την κατάσταση της πτώσης και με τη σχέση του ανθρώπου προς την υλική και άλογη φύση. Η έξοδος, δηλαδή, από τον Παράδεισο σημαίνει την αρχή της ιστορικής ύπαρξης του ανθρώπου, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. «Τους πατέρες», παρατηρεί ο Κων/νος Παπαπέτρου, «δεν ενδιαφέρει για την ερμηνεία της βιβλικής διηγήσεως, το γεωγραφικό "πού" η το χρονολογικό "πότε" αλλά η πραγματικότητα άνθρωπος. Η πίστη της εκκλησίας δεν εξαντλείται σε μια "fídes historica" αλλά τελειούται σε μια "fides existentialis"»[25].
Ο κόσμος της πτώσεως χαρακτηρίζεται από την παρουσία της ερωτικής ορμής που ζητά ικανοποίηση. O κόσμος του Παραδείσου και της Βασιλείας του Θεού από την ανιδιοτελή αγάπη «ἥτις οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς». Στο χώρο της Βασι­λείας, σημειώνει ο Χρήστος Γιανναράς, η φύση δεν γίνεται πια υπόσταση (συγκεκριμένη ζωντανή ύπαρξη) χάρις στις δικές της λειτουργίες και ενέργειες, αλλά χάρις στην κλήση της αγάπης του Θεού.
3. Ο Θεός, τονίζει ο Άγ.Γρηγόριος, σε πολλά σημεία του έργου του, είναι άγνωστος κατ' ουσίαν και απρόσιτος. Γίνεται όμως γνωστός από τα αποτελέσματα των ακτίστων ενεργειών του. Όλη η δημιουργία είναι αποτέλεσμα της θεί­ας ενεργείας και βουλήσεως. Όπως παρατηρεί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Ο Θεός μερίζεται αμερίστως έν μεριστοίς και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως στις άκτιστες δυνάμεις και ενέργειες του και υπάρχει όχι κατ' ουσίαν, αλλά κατά βούλησιν ολόκληρος σε κάθε μονοειδή και κατά πάντα απλή ενέργεια»[26]. Έτσι ο Θεός δεν γνωρίζει τα όντα, γράφει ό Άγιος Μάξιμος ό Ομολογητής, με το νου ή την αίσθηση, όπως θα έλεγαν οι φιλόσοφοι. «Οὐ γάρ εἶναι δυνατόν τον ὑπέρ τά ὄντα κατά τά ὄντα τῶν ὄντων ἀντιλαμβάνεσθαι, ἀλλ’ ὡς ἴδια θελήματα γινώσκειν αὐτόν τά ὄντα φαμέν»[27].
Όλες οι μορφές της ύπαρξης, νόηση, ύλη κ.λπ. είναι κτιστές και τρεπτές.
Αίτιο της δημιουργίας είναι η αγαθότης του Θεού: «Ἔννοιαν, οὐ τῆς οὐσίας ἀλλά τῆς σοφίας, τοῦ σοφῶς πεποιηκότως ἀνατυπούμεθα τῆς ἀγαθότητος, οὐ τῆς οὐσίας ἐν περινοία γενόμενοι». Ὁ γάρ τῇ φύσει ἀόρατος, ὁρατός ταῖς ἐνεργείαις γίνεται ἔν τισι τοῖς περί αὐτῶν καθορώμενος»[28]. Η φυσική τάξη, λοιπόν, η αρμονία του σύμπαντος, οι λειτουργίες της ψυχής και του σώματος δεν είναι αιώνιες αυτόνομες πραγματικότητες, αλλά αποτελέσματα της θείας ενέργειας. Η αντίληψη αυτή είναι αντίθετη με την πλατωνική-ωριγενική, καθώς και με τη νεοπλατωνική και σχολαστική αντίληψη περί απορροής ή δημιουργίας των όντων βάσει ιδεατών αρχετύπων πού βρίσκονται στη θεία ουσία και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Οι λόγοι των όντων, για τον Άγ. Γρηγόριο, είναι κτιστοί και καταβάλλονται με την αρχή της δημιουργίας. Είναι οι ποιοτικές αρχές των όντων που συναρθρώνουν την υλική πραγματικότητα σε μορφη. Σαφώς, δηλαδή, απορρίπτεται η ωριγενική διδασκαλία για προΰπαρξη των ψυχών και των πνευματικών όντων στο Θεό. Δύο σχεδόν αιώνες αργότερα ό Διονύσιος Αρεοπαγίτης και μετά ο Μάξιμος ο Ομολογητής μίλησαν, ολοκληρώνοντας τη διδασκαλία αυτή, για τους άκτιστους λόγους των όντων, πού προϋπάρχουν κοντά στο Θεό και ενεργοποιούν τούς φυσικούς λόγους κατευθύνοντας τα όντα. Λέγει ο Άγ. Διονύσιος: «Παραδείγματα δέ φαμέν εἶναι τούς ἐν Θεῷ τῶν ὄντων οὐσιοποιούς και ἑνιαίως προϋφεστῶτας λόγους, οὕς ἡ Θεολογία προορισμούς καλεῖ καί θεῖα ἀγαθά θελήματα τῶν ὄντων ἀφοριστικά καί ποιητικά, καθ’οὕς ὁ ὑπερούσιος, τά ὄντα πάντα καί προώρισεν και παρήγαγεν»[29].
4. Ό νους είναι το κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης και η εικόνα του Θεού. Η φυσιολογία του νοός του Αγ. Γρηγορίου είναι και αυτή φαινομενικά ιδιόμορφη. Δύο αντιλήψεις υπάρχουν για τη σχέση νου-σώματος. Η πρώτη που τοποθετεί το νου στον εγκέφαλο, κατά την πλατωνική θεώρηση, υπάρχει στον Μ.Αθανάσιο, ενώ η δεύτερη τον τοποθετεί, όπως ό Αριστοτέλης, στην καρδιά και τη συναντούμε στο Μακάριο και άλλους πατέρες. Ο Γρηγόριος δεν θεωρεί ότι η ενέργεια του νου πηγάζει από συγκεκριμένο όργανο, αλλά είναι απλή και μονοειδής, όπως η ουσία του Θεού και παρευρίσκεται σε κάθε σωματική ενέργεια. Ο νους διακρίνεται από το συναισθηματικό και επιθυμητικό μέρος της ψυχής, ενεργοποιείται όμως όταν συνδεθεί με τα αισθήματα και τα αισθητήρια όργανα. «Οὔτε οὖν αἴσθησις χωρὶς ὑλικῆς οὐσίας, οὔτε τῆς νοερᾶς δυνάμεως χωρὶς, αἰσθήσεως ἐνέργεια γίνεται»[30]. Ο καθαγιασμός και η κάθαρση του νου βρίσκεται φυσικά, όπως και σε όλη την πατερική παράδοση, στο κέντρο της διδασκαλίας του Αγ.Γρηγορίου. Η σωτηρία συνίσταται στην καταπολέμηση των παθών και την εγκαθίδρυση του κεκαθαρμένου νοός ως ηγεμόνος της ψυχής. Ο νους καθαρός από τα πάθη, κινείται απλανώς και ενεργεί τις αρετές. «Ἡ δέ τοῦ Θεοῦ θεωρία, οὔτε κατά τό φαινόμενον, οὔτε κατά το ἀκουόμενον ἐνεργεῖται, χρή τόν μέλλοντα προσβαίνειν τῇ τῶν ὑψηλῶν κατανοήσει πάσης αἰσθητικῆς τε καί ἀλόγου κινήσεως προκαθάραι τόν τρόπον»[31].
5. Τέλος, η δημιουργία του ανθρώπου βρίσκει το νόημα της στην εσχατολογική της προοπτική. Η βεβαιότης της Αναστάσεως που θα αναίρεση κάθε συνέπεια της πτώσεως και θα επαναφέρει τον άνθρωπο στην πρότερα «παραδείσια» κατάσταση είναι η ουσία της διδασκαλίας του Χριστού. Η αναστοιχείωση των πάντων θα σημάνει την αποκατάσταση του άνθρωπου στη θέση της εικόνος τού θεού και την ανάδειξη του σε μέτοχο της Βασιλείας Του. Για το Χριστιανισμό, η δημιουργία είναι θετική και κάθε μέρος της βρίσκει την πηγή και το σκοπό της ύπαρξης του στο Θεό. Αυτή την αλήθεια διδάσκει με τα υπέροχα ελληνικά του ο Επίσκοπος της Νύσσης στο Μέγα Κατηχητικό του λόγο: «Προμηθείᾳ δέ κρείττονι πρός τήν αἰσθητήν φύσιν, γίνεταί τις τοῦ νοητοῦ συνανάκρασις, ὥς ἄν μηδέν ἀπόβλητον εἴη τῆς κτίσεως, μηδέ τῆς θείας κοινωνίας ἀπόκληρον. Τούτου χάριν, ἐκ νοητοῦ τε καί αἰσθητοῦ, τό κατά τόν ἄνθρωπον μῖγμα παρά τῆς θείας ἀναδείκνυται φύσεως καθώς διδάσκει τῆς κοσμογενείας ὁ λόγος. «Λαβών γάρ», φησίν, «ὁ Θεός χοῦν ἀπό τῆς γῆς τον ἄνθρωπον ἔπλασε καί διά τῆς ἰδίας ἐμπνεύσεως τῷ πλάσματι την ζωήν ἐνεφύσησεν, ὡς ἄν συνεπαρθείῃ τῷ θείῳ το γήινον καί μία τις κατά τό ὁμότιμον διά πάσης τῆς κτίσεως ἡ χάρις διήκοι, τῆς κάτω φύσεως προς την ὑπερκόσμιον συγκιρναμένης»[32].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αρχιεπ. Θυατείρων Αθηναγόρου (Κοκκινάκη) , Γενική εισαγωγή εις το έργο του Γρηγορίου Νύσσης,
ΕΠΕ Γρηγ.Νύσσης έργα, τ. 1, 1979.
Χρήστου, Π. , Εισαγωγή, στο ΕΠΕ Γρηγ. Νύσσης έργα, τ. 5, 1987.
Μαξίμου Όμολογητού , Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, Εισαγωγή –
Σχόλια, π. Δημητρίου Στανιλοάε, Αθήνα 1978.
Παπαπέτρου, Κων. , Προσβάσεις, Αθήνα 1979.
Γιανναρά, Χρ. , Αλφαβητάρι της πίστης, Δόμος, 1983.
Ρωμανίδου, Ι. , Το προπατορικόν αμάρτημα, Δόμος 1989.
, Δογματική καί Συμβολική θεολογία της 'Ορθοδόξου
Καθολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1973.
, Εισαγωγή στην έκδοση του έργου του Γρ. Παλαμά
Ὑπέρ τῶν ἱερὼς ἡσυχαζόντων, Θεσσαλονίκη 1984.
Παπαδόπουλου, Στ. , Γρηγόριος Νύσσης, Κατερίνη 1987.
Διονυσίου Αρεοπαγίτου , Περί θείων ονομάτων (μτφ. Ιγν.Σακαλής), Αθήνα 1978.

[1] Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, στο Γρηγ.Νύσσης Έργα, ΕΠΕ τ.5, Θεσσαλονίκη 1987, 24.
[2] ό.π, 32.
[3] ό.π., 114.
[4] ό.π., 114.
[5] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 122.
[6] Γρηγ. Νύσσης. Ἀπολογητικός περί τῆς Ἑξαημέρου, στο Γρηγ.Νύσσης Έργα, ΕΠΕ τ.5, Θεσσαλονίκη 1987, 264.
[7] ό.π., 266.
[8] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 126.
[9] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 60.
[10] ό.π., 54.
[11] ό.π., 56.
[12] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 58.
[13] ό.π., 204.
[14] ό.π., 208.
[15] ό.π., 208-09.
[16] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 212.
[17] ό.π., 80.
[18] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 84.
[19] ό.π., 96.
[20] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 100.
[21] ό.π., 136.
[22] ό.π., 138.
[23] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 148.
[24] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 188.
[25] Κων. Παπαπέτρου, Προσβάσεις, Αθήνα 1979, 89.
[26] Ι. Ρωμανίδου, Εισαγωγή στην έκδοση του έργου του Γρ.Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερὼς ἡσυχαζόντων, Θεσσαλονίκη 1984, 132.
[27] Μαξίμου Ομολογητού, Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, Εισαγωγή- Σχόλια, π. Δημητρίου Στανιλοάε, Αθήνα 1978, 180.
[28] Γρηγ.Νύσσης, Λόγοι εἰς Μακαρισμούς, PG 44, 1268D-1269A.
[29] Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ὀνομάτων (μτφ. Ιγν.Σακαλής), Αθήνα 1978, 102.
[30] Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς ……, 106.
[31] Γρηγ. Νύσσης, Εἰς τόν βίον τοῦ Μωυσέως, PG 44, 373BD.
[32] Γρηγ. Νύσσης, Μέγας Κατηχητικός Λόγος, στο Γρηγ.Νύσσης, Έργα, ΕΠΕ τ. 1, Θεσσαλονίκη 1979, 412.


https://amethystosbooks.blogspot.gr/

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Άγιος Νείλος ο ασκητής – Περί Προσευχής

Του θεσπεσίου Νείλου πατρίδα ήταν η Κωνσταντινούπολη, δάσκαλός του ο θείος Χρυσόστομος και χρόνος ακμής του το 442 μ.Χ. Παρότι ήταν πλούσιος αποχαιρέτησε τα πάντα και πήγε στο όρος Σινά, όπου ασπάστηκε τον ασκητικό βίο.
Έχοντας μεγάλη μόρφωση, θεολογική και κοσμική, μας άφησε διάφορα συγγράμματα, γεμάτα από πνευματική σοφία και ανέκφραστη γλυκύτητα, από τα οποία διαλέξαμε τον Περί προσευχής λόγο, χωρισμένο σε 153 κεφάλαια, ο οποίος αναγράφεται ασκητικός [1]. Τα κεφάλαια αυτά βρίσκονται μέσα στην πείρα των ασκητών της Ερήμου και αποκαλύπτουν τις μεθοδείες των δαιμόνων για να ματαιώσουν την προσευχή και διδάσκουν τα στάδια και το ήθος της προσευχής.
Επιλέξαμε μερικά από αυτά τα κεφάλαια διατηρώντας τη σειρά με την οποία καταγράφονται στη Φιλοκαλία.

Περί προσευχής – 153 Κεφάλαια
3. Η προσευχή είναι συναναστροφή του νου με τον Θεό. Σε ποια κατάσταση λοιπόν πρέπει να βρίσκεται ο νους για να μπορέσει, χωρίς να στρέφεται αλλού, να πλησιάσει τον Κύριό του και να συνομιλεί μαζί Του χωρίς να μεσολαβεί κανένας άλλος;
4. Αν ο Μωυσής προσπαθώντας να πλησιάσει την φλεγόμενη βάτο εμποδίζεται μέχρις ότου λύσει το υπόδημα των παπουτσιών του (Εξ. 3, 5.), πως εσύ που θέλεις να δεις τον Θεό που είναι πάνω από κάθε αίσθηση και έννοια και να συνομιλήσεις μαζί Του, δεν θα λύσεις και δεν θα απομακρύνεις κάθε εμπαθή σκέψη;
5. Πρώτα-πρώτα προσευχήσου να λάβεις το χάρισμα των δακρύων, για να μπορέσεις έτσι να μαλακώσεις την αγριότητα της ψυχής σου και αφού εξομολογηθείς εναντίον σου τις αμαρτίες σου στον Κύριο, να λάβεις από Αυτόν την άφεση.
6. Να χρησιμοποιείς τα δάκρυα για να επιτύχεις κάθε αίτημά σου. Γιατί πολύ χαίρεται ο Κύριος όταν προσεύχεσαι με δάκρυα.
7. Αν στην προσευχή σου χύνεις πηγές δακρύων, μην υπερηφανεύεσαι ότι τάχα είσαι ανώτερος από τους πολλούς. Δεν είναι δικό σου κατόρθωμα αυτό, αλλά βοήθεια για την προσευχή σου από τον Κύριο, για να μπορέσεις να εξομολογηθείς με προθυμία τις αμαρτίες σου σ’ Αυτόν και να τον εξευμενίσεις με τα δάκρυά σου. Μη λοιπόν μετατρέψεις σε πάθος το βοήθημά σου κατά των παθών, για να μην παροργίσεις περισσότερο τον Κύριο που σου έδωσε αυτή τη χάρη.
8. Πολλοί, εκεί που έχυναν δάκρυα για τις αμαρτίες τους, λησμόνησαν τον σκοπό των δακρύων, υπερηφανεύτηκαν και ξεστράτισαν.
10. Όταν σε δουν οι δαίμονες ότι είσαι πρόθυμος να προσευχηθείς αληθινά, τότε σου φέρνουν στο νου σκέψεις πραγμάτων δήθεν αναγκαίων και σε λίγο σε κάνουν να τα λησμονήσεις και παρακινούν το νου να τα αναζητήσει. Και επειδή αυτός δεν τα βρίσκει, στενοχωρείται και λυπάται. Όταν ξανά σταθεί στην προσευχή, του υπενθυμίζουν εκείνα που του είχαν βάλει στο νου του και τα αναζητούσε, για να στραφεί ο νους σ’ αυτά και να χάσει την καρποφόρα προσευχή.
11. Αγωνίσου να κρατήσεις το νου κατά την ώρα της προσευχής κωφό και άλαλο, και τότε θα μπορέσεις να προσευχηθείς.
12. Όταν σου τύχει πειρασμός, ή σε ερεθίζει μια αντιλογία για να στρέψεις τον θυμό σου εναντίον ενός ανθρώπου ή να βάλεις καμιά άναρθρη φωνή, τότε θυμήσου την προσευχή και το κρίμα που επισύρει, και αμέσως θα ηρεμήσει η άτακτη αυτή κίνηση μέσα σου.
13. Ό, τι κάνεις εναντίον αδερφού σου που σε αδίκησε, όλα θα σου γίνουν εμπόδιο στον καιρό της προσευχής.
14. Προσευχή είναι γέννημα της πραότητας και της αοργησίας.
15. Προσευχή είναι προβολή χαράς και ευχαριστίας.
16. Προσευχή είναι αποτρεπτικό της λύπης και της μικροψυχίας.
18. Αν θέλεις να προσεύχεσαι με τρόπο αξιέπαινο, να αρνείσαι τον εαυτό σου κάθε στιγμή˙ και να υποφέρεις πάρα πολλά δεινά, να φιλοσοφήσεις την ωφέλεια της προσευχής.
20. Αν επιθυμήσεις να προσευχηθείς όπως πρέπει, μη λυπήσεις κανέναν άνθρωπο. Διαφορετικά προσεύχεσαι μάταια.
21. «Άφησε το δώρο σου, λέει ο Κύριος, μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε να συμφιλιωθείς με τον αδερφό σου» (Ματθ. 5, 24) και τότε έλα και προσευχήσου χωρίς ταραχή. Γιατί η μνησικακία θαμπώνει το λογικό τού προσευχομένου και σκοτεινιάζει τις προσευχές του.
27. Αν οπλίζεσαι εναντίον του θυμού, δεν θα ανεχθείς ποτέ επιθυμία. Γιατί η επιθυμία προσφέρει τα υλικά στον θυμό και αυτός ταράζει το νοερό μάτι και διαφθείρει την κατάσταση της προσευχής.
28. Μην προσεύχεσαι μόνο με εξωτερικά σχήματα, αλλά να προτρέπεις τον νου σου να συναισθάνεται την πνευματική προσευχή με μεγάλο φόβο.
31. Μην προσεύχεσαι να γίνουν τα θελήματά σου, γιατί οπωσδήποτε δεν συμφωνούν με το θέλημα του Θεού˙ αλλά μάλλον καθώς διδάχθηκες λέγε στην προσευχή σου: «Γεννηθήτω το θέλημά σου εν εμοί» (Λουκ. 22, 42.). Και σε κάθε πράγμα έτσι να ζητάς από Αυτόν να γίνει το θέλημά Του, γιατί ο Θεός θέλει το αγαθό και συμφέρον της ψυχής σου. Ενώ εσύ οπωσδήποτε δεν ζητείς πάντοτε το συμφέρον σου.
33. Τι είναι αγαθό, παρά ο Θεός; Λοιπόν σ’ Αυτόν ας αναθέσουμε όλα τα ζητήματά μας, και όλα θα πάνε καλά. Γιατί ο αγαθός, οπωσδήποτε χορηγεί και αγαθές δωρεές.
34. Μη λυπάσαι γιατί δεν παίρνεις αμέσως εκείνο που ζητάς από τον Θεό, γιατί θέλει να σε ευεργετήσει περισσότερο με το να υπομένεις καρτερικά στην προσευχή. Τι ανώτερο υπάρχει από το να πλησιάζεις τον Θεό και να ασχολείσαι σε συνομιλία μαζί Του;
38. Πρώτα-πρώτα να προσεύχεσαι να καθαριστείς από τα πάθη σου˙ δεύτερο, να απαλλαγείς από την άγνοια και τη λήθη˙ και τρίτο, να απαλλαγείς από κάθε πειρασμό και εγκατάλειψη Θεού.
39. Στην προσευχή σου να ζητείς μόνο τη δικαιοσύνη και την Βασιλεία (Ματθ. 6, 33), δηλαδή την αρετή και την πνευματική γνώση. Και όλα τα υπόλοιπα θα σου προστεθούν.
40. Δίκαιο είναι να μην προσεύχεσαι μόνο για τη δική σου κάθαρση από τα πάθη, αλλά και για την κάθαρση κάθε ανθρώπου, για να μιμηθείς τον αγγελικό τρόπο.
42. Είτε μόνος, είτε μαζί με αδελφούς προσεύχεσαι, αγωνίσου να προσεύχεσαι όχι από συνήθεια, αλλά με αίσθηση.
43. Αίσθηση προσευχής είναι μια περισυλλογή του νου ενωμένη με ευλάβεια, με κατάνυξη, με πόνο ψυχής που συνοδεύει την εξομολόγηση των αμαρτιών και με στεναγμούς όχι επιδεικτικούς, αλλά αφανείς.
50. Όλος ο πόλεμος ανάμεσα σε μας και τους ακάθαρτους δαίμονες, δεν γίνεται για τίποτε άλλο, παρά για την πνευματική προσευχή. Γιατί πολύ εχθρική και ενοχλητική γίνεται σ’ αυτούς η προσευχή, ενώ σ’ εμάς είναι πρόξενος σωτηρίας, τερπνή και ευχάριστη.
51. Τι θέλουν οι δαίμονες να κάνουν να ενεργήσει σ’ εμάς; Γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, μνησικακία και τα λοιπά πάθη, για να παχύνει από αυτά ο νους και να μην μπορέσει να προσευχηθεί όπως πρέπει. Γιατί όταν υπερισχύσουν τα άλογα πάθη, δεν τον αφήνουν να κινείται λογικά.
55. Εκείνος που αγαπά τον Θεό, συνομιλεί πάντοτε μαζί Του ως γιός προς πατέρα και αποστρέφεται κάθε εμπαθή σκέψη.
61. Αν είσαι θεολόγος, θα προσευχηθείς αληθινά. Και αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι πράγματι θεολόγος.

Σημείωση:

1. Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, Μετάφραση Αντώνιος Γ. Γαλίτης, Γενική επιμέλεια Γεώργιος Αντ. Γαλίτης, Εισαγωγή-σχόλια Θεόκλητος μοναχός Διονυσιάτης, Φιλολογική επιμέλεια Ιγνάτιος Σακαλής, Εκδόσεις «Το περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 19862 , Τόμος Α΄, σελ. 216.

http://www.pemptousia.gr/2018/02/agios-nilos-o-askitis-peri-prosefchis/

Γέροντας Θαδδαίος

Φωτογραφία του χρήστη Εκκωφαντική Σιωπή.

https://www.facebook.com/ekkofantikisiopi/

∽ Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Φωτογραφία του χρήστη Εκκωφαντική Σιωπή.

Κρίνω ἀπό τόν ἑαυτό μου : Ἄν ὁ Κύριος ἀγάπησε ἐμένα τόσο πολύ, αὐτό σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς, ὅπως ἀγάπησε καί ἐμένα. 

Ὤ, ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου! Δέν ἔχω δυνάμεις νά τήν περιγράψω, γιατί εἶναι ἄπειρα μεγάλη καί θαυμαστή.

∽ Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης Οι γραφές του Αγιου..


https://www.facebook.com/ekkofantikisiopi/

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: Εις την Κυριακήν της Τυρινής


Οι θειότατοι και Αγιοι Πατέρες εθέσπισαν να κάνωμεν σήμερον, ήτοι πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής, την ανάμνησιν της εξορίας των πρωτοπλάστων από την τρυφήν του Παραδείσου, δείχνοντες εμπράκτως πόσον καλόν και ωφέλιμον πράγμα είναι η νηστεία εις την ανθρωπίνην φύσιν, και πάλιν εκ του εναντίου, πόσον κακόν και αισχρόν είναι η αδηφαγία.
Παρατρέξαντες λοιπόν οι Πατέρες τα κατά μέρος πάντα, οπού εις όλον τον κόσμον γίνονται, άπειρα σχεδόν όντα, τον πρωτόπλαστον Αδάμ προβάλλουν εις όλους παράδειγμα, πόσον κακόν έπαθε, με το να μην ενήστευσε προς ολίγον, και εις την εδικήν μας φύσιν μετέδωκε, σαφώς δεικνύοντες, και ότι πρώτον παράγγελμα του Θεού προς τους ανθρώπους εδόθη το της νηστείας καλόν, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, αλλά εις την γαστέρα υπήκουσε, το δέ αληθέστερον εις τον πλάνον όφιν από την παρακύνησιν της Εύας, όχι μόνον Θεός δέν έγινεν, αλλά και εις τον θάνατον κατεκρίθη, και εις όλον το γένος μετέδωκε του κακού.
Λοιπόν, δια την τρυφήν του πρωτοπλάστου Αδάμ ο Κύριος ενήστευσεν ημέρας τεσσαράκοντα, και υπήκοος έγινεν. δια τούτο και η παρούσα Αγία Τεσσαρακοστή επαραδόθη από τους Αγίους Αποστόλους, δια να απολαύσωμεν ημείς δια της νηστείας την αφθαρσίαν, με το να φυλάξωμεν ημείς εκείνο, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, απώλεσε την αφθαρσίαν. και κατά άλλον τρόπον, ο σκοπός των Αγίων ούτος έστι, καθώς και προείπομεν, να περιλάβουν δια βραχέων, τα απ’ αρχής μέχρι τέλους γενόμενα έργα παρά του Θεού. και επειδή όλων των καθ’ ημάς αίτιον εστάθη η παράβασις και η έκπτωσις του Αδάμ από τον Παράδεισον, δια τούτο ταύτην ενταύθα πρωτίστην έταξαν, δια να φύγωμεν την παρακοήν, και να μή μιμηθώμεν κατ’ ουδέν την ακρασίαν αυτού.
Εις την έκτην ημέραν λοιπόν επλάσθη ο Αδάμ από την χείρα του Θεού, τον οποίον και με την ιδίαν του εικόνα ετίμησε, με το εμφύσημα οπού έκαμεν εις αυτόν, δίδοντας του εν ταυτώ και την εντολήν, ποίους καρπούς να τρωγη και ποίους να μή τρωγη. Εστάθη δέ μέσα εις τον Παράδεισον, κατά την γνώμην τινών διδασκάλων, έως εξ ώρας’ είτα εξώσθη εκείθεν, με το να παραβή την εντολήν. ο δέ Φίλων ο Εβραίος λέγει ότι εκατόν χρόνους έκαμεν εις τον Παράδεισον, άλλοι δέ λέγουν επτά ημέρας η χρόνους, και τούτο λέγουν δια την τιμήν του επταδικού αριθμού, οπού κοντά εις τους Εβραίους κατ’ εξαίρετον ήτον τίμιος. Οτι δέ εις την έκτην ώραν τας χείρας ήπλωσε και τον καρπόν ετρύγησεν, εφανέρωσε τούτο και ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, όστις θεραπεύοντας του πρωτοπλάστου το τόλμημα, εις την έκτην ώραν και ημέραν τας παλάμας ήπλωσεν εν τω Σταυρώ.
Μέσον δέ φθοράς και αφθαρσίας επλάσθη ο Αδάμ, με σκοπόν εκείνο να αποκτήση, εις οποίον από τα δύο ήθελε κλίνει με την εδικήν του προαίρεσιν, ωσάν οπού εκατασκευάσθη αυτεξούσιος  ότι δυνατόν ήτον εις τον Θεόν και αναμάρτητον να τον κάμη, αλλά δια να γένη και της εδικής του προαιρέσεως το κατόρθωμα, δια τούτο του έδωσε τον νόμον, όστις τον επρόσταζεν άπό όλα μέν τα φυτά να παίρνη καρπούς και να τρώγη, και άπό ένα μόνον να απέχη. Εκείνος δέ τη γυναικί πεισθείς, ή να ειπώ καλλίτερα τη ψυχοφθόρω συμβουλή του αρχεκάκου όφεως, αφίνοντας όλα τα άλλα, εις το θεόθεν εμποδισμένον ήπλωσε το παράνομον χέρι του. Τί δέ λογής φυτά ήσαν εκείνα τα συγχωρημένα, και τί λογής φυτόν ήτον εκείνο το εμποδισμένον, πολλοί πολλά λέγουν, τα οποία με το να είναι νοήματα υψηλά και θεωρίαι μεγάλαι, δεν καταλαμβάνονται από τους αγραμμάτους και απλουστέρους. το δε ξύλον, οπού εμπόδισεν ο Θεός, ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν το ωνόμασαν από της εκβάσεως, ήγουν άπό το ιδίωμα οπού έχει η αμαρτία, ευθύς οπού εμβη εις πράξιν, δηλαδή ευθύς πού τελεσθή η αμαρτία, εγείρεται έξυπνα η συνείδησις, ο πικρός και αδυσώπητος κατήγορος, λέγουσα μέσα εις την ψυχήν προς τον αμαρτήσαντα’ κακά έπραξας, άξιος είσαι κολάσεως, και βλέπε ζωντανόν το παράδειγμα εις τους πρωτοπλάστους, οι οποίοι πρό της παρακοής ήσαν γυμνοί, και όμως ουκ ησχύνοντο’ έπειτα, όταν παρέβησαν την εντολήν, τότε εκατάλαβον ότι ήταν γυμνοί. Οθεν εκατάλαβαν πόσον καλόν είναι η υπακοή, και εκ του εναντίου πόσον κακόν η παρακοή. δια τούτο και ευθύς εφρόντισαν να σκεπάσουν την γύμνωσίν τους, και ακούσαντες τον προς αυτούς ερχομόν του Θεού εφοβήθησαν, και εκρύβησαν.
Μερικοί δέ είπον ότι το ξύλον εκείνο της παρακοής ήτον συκή, ότι με τα φύλλα εκείνης εσκεπάσθησαν, ευθύς οπού εκατάλαβαν την γύμνωσίν τους’ και τάχα δια τούτο και ο Χριστός, ώς αιτίαν γενομένην της παραβάσεως, την εκαταράσθη και εξηράνθη. Διότι και κάποιαν ομοιότητα έχει με την αμαρτίαν” πρώτον μέν το γλυκύ, έπειτα το άπό των φύλλων τραχύ και το κολλώδες του γάλακτος. Λοιπόν, αφού παρέβη την εντολήν και την θνητήν σάρκα εφόρεσε, και την κατάραν έλαβε της πολυωδύνου ζωής, εδιώχθη από τον Παράδεισον και φλογίνη ρομφαία εδιωρίσθη παρά Θεού να φυλάττη την πύλην του Παραδείσου, και αυτός εκάθισεν απ’ αντικρύ του Παραδείσου, κλαίων και ωδυρόμενος, δια τα τόσα αγαθά που εστερήθη, με το να μην ηθέλησε να φυλάττη την εντολήν του Δεσπότου, και να νηστεύση μικράν νηστείαν. και ούτως όλον το σύμπαν γένος, υπέκειτο είς την εκείνου αράν και αθλιότη¬τα, έως οπού πάλιν ο πλάσας ημάς Θεός ηλέησε την ημετέραν φύσιν, και εις το αρχαίον απεκατέστησεν αξίωμα, νικήσας τεχνηέντως τον ημάς απατήσαντα, τουτέστι δια νηστείας και ταπεινώσεως, τύπος γενόμενος εις ημάς τί λογής να νικώμεν και ημείς τον αντίπαλον.
Όλα λοιπόν αυτά θέλοντες να παραστήσουν οι θεοφόροι Πατέρες δι’ όλου του Τριωδίου, πρώτα βάνουν τα της Παλαιάς Διαθήκης, από τα οποία, πρώτη είναι η Δημιουργία και η του Αδάμ από τον Παράδεισον έξωσις, της οποίας την ανάμνησιν κάμνομεν σήμερον. Είτα και τα λοιπά προβάλλουν, τα της Γενέσεως του Μωϋσέως και των λοιπών, τα προφητικά, και περισσότερον τους δαβιτικούς λόγους” και τέλος επιφέρουν και τινά των της χάριτος, ήτοι της Νέας Διαθήκης. Από τα οποία πρώτος είναι ο Ευαγγελισμός, ο οποίος κατά άρρητον Θεού οικονομίαν, σχεδόν πάντοτε, μέσα εις την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ευρίσκεται. Προχωρεί δέ το Τριώδιον, έτι δια του Λαζάρου και των Βαϊων και της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος και αυτών των Αγίων και σωτηριωδών Παθών του Χριστού, όπου τα Ιερά Ευαγγέλια αναγινώσκονται, και κατά λεπτόν τα Θεία Πάθη υμνολογούνται. Είτα και δια της Αναστάσεως και των λοιπών εορτών, μέχρι της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, και τέλος δια των Ιερών Πράξεων των Αποστόλων, αι οποίαι τρανώς διηγοΰνται τί λογής το κήρυγμα έγινε, και ότι οι Θείοι Απόστολοι τους Αγίους πάντας συνήγαγον’ ότι αι Πράξεις των Αποστόλων βεβαιούν την Ανάστασιν δια των θαυμάτων, οπού έπραττον οι Απόστολοι εν τω ονόματι του σταυρωθέντος Ιησού. Επειδή λοιπόν, με το να μην ενήστευσε μίαν φοράν ο Αδάμ, επάθαμεν τα τόσα κακά, δια τούτο πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής ετάχθη ύπό των Πατέρων η ανάμνησις αυτού, δια να συλλογιζώμεθα πόσον κακόν έφερεν εις τον κόσμον, με το να μην ενήστευσεν ο Αδάμ, και να σπουδάσωμεν μετά χαράς, να δεχθώμεν ημείς την νηστείαν, και καλώς να την φυλάττωμεν, δια να επιτύχωμεν ημείς εκείνο όπου έχασεν εκείνος, δηλαδή την θέωσιν, πενθούντες και νηστεύοντες και ταπεινούμενοι, έως να μας επισκεφθή ο Κύριος, διατί κατά άλλον τρόπον σχεδόν αδύνατον είναι να λάβωμεν εκείνο όπου εχάσαμεν.
Πρέπει δέ να ηξεύρωμεν ότι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή του όλου χρόνου, είναι ωσάν ένας αποδεκατισμός’ διότι από την αμέλειάν μας δέν προαιρούμεθα, ούτε πάντοτε να νηστεύωμεν ούτε να απέχωμεν από κακάς πράξεις, δια τούτο οι θείοι Απόστολοι και ύστερα από αυτούς και οι Αγιοι Πατέρες παρέδωκαν εις ημάς αυτήν την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ωσάν ένα θέρος ψυχών, δια να εξαλείψωμεν, δια μετανοίας και συντριβής, όσα κακά επράξαμεν όλον τον χρόνον, και δια τούτο, επειδή με τέτοιον σκοπόν και τέλος μας την επαράδωκαν οι θείοι Απόστολοι, πρέπει και να την φυλάττωμεν ακριβέστερον από κάθε άλλην νηστείαν. Επειδή και τας άλλας τρεις, ήγουν την των Αγίων Αποστόλων, την της Θεοτόκου, και του Σαρανταημέρου, η Εκκλησία μας τας παραδίδει, και χρέος έχομεν να τας φυλάττωμεν. Ομως αυτή είναι πολύ τιμιωτέρα και θειοτέρα, πρώτον, διατί ο Χριστός, ο αρχηγός της ημετέρας σωτηρίας, υπέρ ημών ενήστευσεν αυτήν, και τον πειράζοντα νικήσας εδοξάσθη’ δεύτερον, και δια τα Αγια Πάθη, τα οποία εις το τέλος λαμπρώς και θεοπρεπώς εορτάζομεν. Αλλά και ο Μωϋσής τεσσαράκοντα ημερονύκτια νηστεύσας, τον νόμον έλαβε” και ο προφήτης Ηλίας άλλας τόσας νηστεύσας, εν τω όρει τω Χωρήβ, ιδείν ηξιώθη τον Θεόν, ως ανθρώπω δυνατόν’ και ο Δανιήλ ωσαύτως και άλλοι πάμπολλοι, όσοι παρά τω Θεώ εφάνησαν δόκιμοι, δια νηστείας αυτώ ευηρέστησαν. δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν, εβάλθη ενταύθα ύπό των Πατέρων, η Εξορία του Αδάμ, διδάσκουσα όλους ημάς να φυλάττωμεν τον όρον της νηστείας, όσον δυνάμεθα.
Τη αφάτω Σου ευσπλαγχνία, Χριστέ ο Θεός ημών, της τρυφής του Παραδείσου ημάς καταξίωσον, και ελέησόν ως μόνος φιλάνθρωπος. Αμήν



Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2018/02/blog-post_18.html#ixzz57RoXF89L

https://amethystosbooks.blogspot.gr/