Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Ο Λόγος εν λόγω*

Πηγή: Αντίφωνο

Σωτήρης Γουνελάς
Πόσο άραγε πλησιάζουμε στο νόημα και στη φωνή αυτών των δύο λέξεων, πόσο και πόσοι; Αρχίζοντας έτσι, κάπως αριθμητικά, θα προχωρήσω επιμένοντας στη σημασία και στη φωνή των λέξεων αυτών που αποτελούν το θέμα μας. Λέω νόημα, σημασία και φωνή γιατί το ‘εν αρχή ήν ο Λόγος’ βρίσκεται πιο κοντά στο Λόγο ως πνεύμα, που ‘όπου θέλει πνεί’, παρά στο λόγο-χάραγμα-αποτύπωση και γραφή, ο οποίος από τη στιγμή που θα περάσει στο χαρτί, κατά τη ρήση των Λατίνων, ‘μένει’. Μα και σ’ αυτή τη δεύτερη περίπτωση της γραφής, ποιό κείμενο έχει νόημα, ποιό κείμενο σηκώνεται από το χαρτί, χωρίς να το αγγίξει ανθρώπινη φωνή ή ανθρώπινη παρουσία; Δεν μπορούμε λοιπόν, παρά να δεχτούμε πρωτογενή κατάσταση Λόγου και φωνής και δευερογενή λόγου και γραφής, ακόμη και αν πρόκειται για ποίηση, δηλαδή για λόγο που ενσωματώνει τη φωνή μέσα του και τη μουσική. Γιατί ο ποιητής εκφράζει μια συνομιλία. Δεν υπάρχει ποίηση που ποιείται και εκφέρεται για να επιστρέψει σε αυτόν που ποιεί. Ούτε υπάρχει ποίηση που δεν προϋποθέτει εσωτερική συνομιλία με πρόσωπα και πράγματα. Ο ποιητής είναι ηχείο σιωπής, είναι ένα πρόσωπο καλεσμένο να συνοψίσει τον κόσμο, να βρεί τις αλήθειες του, να ξύσει τις πληγές του, αλλά και να χύσει βάλσαμο, να μιλήσει τη φωνή των πραγμάτων, να ονομάσει και, στην έσχατη κατάσταση, να αγγίξει το ανείπωτο, να περάσει πίσω από τον τοίχο.

Η ζωή του ποιητή είναι μια διαρκής εναλλαγή σιωπής και λόγου. Για τον πρόσθετο λόγο ότι η ζωή είναι μυστήριο και ή ποίηση συμβαδίζει με το μυστήριο αυτό. Η ποίηση συγγενεύει πολύ περισσότερο με την Εκκλησία και τη θεολογία από όσο η επιστήμη και η εννοιολογική φιλοσοφία. Γιατί η ποίηση δεν ζητά ερμηνείες, δεν παρέχει εξηγήσεις, δεν ορθολογίζει, δεν μετράει, δεν διαιρεί, δεν ταξινομεί, δεν αναλύει. Η καλύτερη ποίηση είναι μονίμως συνθετική, αποφατική και ενορατική. Είναι αποκαλυπτική, όχι των φαινομένων αλλά των κρυφών ή κρυμμένων συναισθημάτων και αληθειών, σκιρτημάτων και επιθυμιών μιας άλλης τάξης, που βγάζει τον άνθρωπο από τη μιζέρια της φιλαυτίας και της καθημερινής φθοράς, από την φριχτή επανάληψη πράξεων και λόγων, από το αδιέξοδο μιας ψυχής που δεν αφουγκράστηκε τον Λόγο, Αυτόν που κατοικεί το δημιούργημα το ‘πλασμένο κατ’ εικόνα’. Η ποίηση υπηρετεί το λόγο πέρα από τις λέξεις, αλλιώς είναι γλωσσολογία, φιλολογία και εγκλεισμός μέσα στα όρια τούτου του κόσμου, χωρίς άνοιγμα στο απέραντο του Θεού, σε αυτό το απολύτως Άλλο που σε συγκεκριμένη στιγμή σαρκώθηκε σε ανθρώπινο πρόσωπο.
Είτε στραφούμε στην αρχαία ελληνική πραγματικότητα, είτε στην εβραϊκή, έχουμε μπροστά μας τον Λόγο ως κάτι μυστηριακό, κάτι υπερβατικό, κάτι που συνδέεται με την ίδια την Αλήθεια και συνάμα κάτι πανπεριεκτικό, καθώς ως λόγος-θεός αρμονίζει τα πάντα και τα ενοποιεί κατά Ηράκλειτον, αλλά ταυτόχρονα τα αποκρύβει ή απλώς τα σημαίνει, ενώ, στην άλλη πλευρά του κόσμου, ο Θεός παρουσιάζεται συχνά ως Φωνή, που οδηγεί και προσκαλεί σε άμεση προσωπική πράξη και άμεση προσωπική σχέση (αυτό δηλαδή που ονομάζουμε πίστη-εμπιστοσύνη) και σφραγίζει τη συμφωνία του με τους ανθρώπους πάνω σ’ ένα βουνό μέσα σε γνόφο. Με τη διπλή αυτή καταβολή και με άλλες, που δεν παύουν να είναι υπερβατικές ή μυστικές, η ανθρωπότητα βάδισε ως την Ενανθρώπηση, όπου ο Λόγος γίνεται Πρόσωπο.
Από εδώ και ύστερα αλλάζουν τα πράγματα για την θεολογία, την τέχνη, την ποίηση, τη γνώση. Εάν μέλημα του αρχαίου εικαστικού καλλιτέχνη ήταν να ποιήσει το άγαλμα, ως έργο έξω από αυτόν τον ίδιο, ή του ποιητή να αναπαραστήσει ή να περιγράψει, οι υπερβατικές και μεταφυσικές καταβολές του λόγου ένθεν και ένθεν απαιτούν στροφή στο έσω άγαλμα, στο μέσα δηλαδή της ανθρώπινης ψυχής, ώστε να γίνει αυτό που συνοψίζεται σε τούτη τη ρήση που παραλλάσσει ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης από τον Πλωτίνο : «ενεργώντας όπως όταν φτιάχνουν ένα αγαλμα από φυσικού του τέτοιο, αφαιρώντας όλα όσα εμποδίζουν να φαίνεται καθαρά η κρυφή του όψη και κάνοντας να φανεί με μόνη της την αφαίρεση το κρυμμένο του κάλλος» Περί μυστικής θεολογίας, Αρμός (σειρά ‘Γέφυρες’), 2002. Να βγάλουμε δηλαδή από τη μέση ή να περιορίσουμε τα φυσικά και τα ανθρώπινα, για να αφήσουμε το χώρο ελεύθερο στο Λόγο και στο Πρόσωπο του Λόγου: ριζική ανακαίνιση ή έσχατη ένωση με το θείο Πρόσωπο.
Είναι η περίπτωση των τριών Ιεραρχών που έβαλαν στόχο τους «δια δυνάμεως φωτιστικής» την ενατένιση του καλλους του Θεού του αοράτου, που δεν γίνεται αν δεν χωρίζεται ο άνθρωπος από τα πάθη, έτσι ωστε ο Παράκλητος σαν ήλιος να παραλάβει τους έσω οφθαλμούς κεκαθαρμένους, για να τους δείξει τον Λογο-Υιό και την αποκάλυψη της Τριάδος. Αυτός ο φωτισμός του Πνεύματος τον οποίο δοκίμασαν τους άνοιξε την οδό για την ‘ανάβασιν των καρδιών’ όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, θέτοντας έτσι την καρδία στη θέση του λόγου ή του νου, που είχε στον αρχαιοελληνικό κόσμο. Η φιλοσοφία των ελλήνων μεταμορφώνεται σε αγνισμό ψυχοσωματικό και ψυχοσωτήριο. Η Αγάπη προσωποποιημένη στο Χριστό με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος τους οδηγούσε να διεγείρουν τον κρυμένο μέσα τους σπινθήρα θείου πόθου, την ‘αγαπητικήν δύναμιν’, αναπτύσσοντας την στο έπακρο και στρέφοντάς την σε Αυτόν που την δημιούργησε. Παράλληλα όμως και σε στροφή προς τον πλησίον, αφού η φύση του ανθρώπου καλεί σε κοινωνία προσώπων και κύριο γνώρισμα της αγάπης είναι ‘το μη ζητείν τα εαυτού αλλά τα του αγαπωμένου προς το συμφέρον τη τε ψυχή και τω σώματι’( Κατ’ επιτομήν όροι). Στην περίπτωση αυτή ο αγαπώμενος είναι ο κάθε άνθρωπος- αυτό φανερώνει, αλλωστε, η παραβολή του καλού Σαμαρείτη-για να μη πούμε τίποτε για την αγάπη των εχθρών, την τόσο ανελέητα λησμονημένη από τον χριστιανικό κόσμο.
Όσο είμαστε ποιητές ή θεολόγοι και θέλουμε να έχουμε σχέση με τις καταβολές του Λόγου και με το Λόγο ως Πρόσωπο, καλούμαστε να υπηρετήσουμε την ενσάρκωση σε όλα τα επίπεδα. Αυτό που συμβαίνει στη θεία Ευχαριστία οφείλουμε να το κάνουμε ποίηση και θεολογία χωρίς να κλειστούμε σε ένα τυποποιημένο λόγο, σε μια τυποποίηση θεμάτων, σε μια στείρα αντιγραφή, απομίμηση ή επανάληψη. Η ποίηση και η θεολογία είναι σαν την αγιογραφία, είναι μεταμόρφωση δική μας και μεταμόρφωση της εικόνας του κόσμου. Χριστός σημαίνει ανακαίνιση των πάντων, επομένως σε ποιητική γλώσσα σημαίνει μεταμόρφωσή μου και μεταμόρφωση κάθε υλικού που θα μεταχειριστώ, αλλά και επιλογή υλικού. Κάθε λέξη ή πράγμα, που θα ενσωματώσω στην ποίηση, πρέπει να το μεταμορφώσω, γιατί στο βάθος της ψυχής φέγγει εκείνο το ‘έν ετέρα μορφή’. Αφού κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, κάθε ποιητής αλλά και κάθε θεολόγος έχει τον τρόπο του, αρκεί ο τρόπος να μην είναι παράδοση στην ατομικότητα και γιγαντισμός του εγώ. Γιατί κατά βάθος ο σταυρός είναι πνευματικός νόμος και μέσα στην ποίησή μας και τη θεολογία μας δεν πρόκειται να κατοικήσει αναστάσιμο χρώμα χωρίς μια κάθοδο στον Άδη, που σημαίνει χωρίς απέκδυση κάθε ψεύτικης φεγγοβολιάς, για να μείνει ο χώρος ελεύθερος στο θείο φως ή στο μυστικό ρίγος.
Ο ποιητής ακόμη κι αν δεν το ξέρει, όταν είναι αληθινός, υπακούει σε έναν αποφατισμό και πάνω σε αυτό τον αποφατισμό στερεώθηκε όλόκληρη η θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων. Οταν ο Βασίλειος λέει « ότι όχι μόνο η θεία ουσία αλλά ούτε οι δημιουργημένες ουσίες είναι δυνατό να εκφραστούν με έννοιες, γιατί όσο και αν αναλύσουμε τις ιδιότητες των αντικειμένων πάντα θα μένει ‘ένα εξωλογικό υπόλειμμα’ που δεν θα μπορεί να εκφραστεί μέσαθέ τους και που τελικά είναι αυτό που συνιστά την αληθινή απροσδιόριστη ουσία τους» (Λόσσκυ, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής ΅Εκκλησίας, κεφ. ‘Ο θείος Γνόφος’ με αναφορές στο Κατά Ευνομίου και την Επιστ. Προς Αμφιλόχιον), χαράζει- αν μπορούμε να πούμε- τα όρια και την ουσία του αποφατισμού. Αυτόν τον αποφατισμό συμπληρώνει ο άλλος άγιος φίλος του, ο Γρηγόριος, όταν διορθώνοντας τη ρήση του Πλάτωνα λέει στο ίδιο πνεύμα: «Θεόν φράσαι μεν αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον» (Λόγος 28 των Θεολογικών ΙΙ, P.G.36,29C).
Αυτός ο αποφατισμός όχι μόνο των Καππαδοκών, αλλά όλων των Πατέρων της Εκκλησίας, σημαίνει στροφή στην εμπειρία της προσωπικής συνάντησης με τον σαρκωμένο Θεό και τον αποκαλυμένο Λόγο δια της Χάριτος, μέσα από την οποία κορυφώνεται η διαστολή του εαυτού, καθώς ο άνθρωπος εγκαταλείπει την προσκόλληση στον εαυτό του και τον ψυχισμό του –κατάσταση από την οποία πάσχει σήμερα ολόκληρη η ανθρωπότητα – εγκαταλείποντας ταυτόχρονα την αφηρημένη και διανοητική θεολογία, πράγματα, που δυστυχώς, πολύ λίγο έχει να υπερηφανεύεται γι’ αυτά ο σημερινός χριστιανικός και θεολογικός κόσμος.
Ο αποφατισμός των καππαδοκών Πατέρων συγγενεύει με τη σιωπή και την ησυχία. Μέσα εκεί συγκεντρώνει ο άνθρωπος την ψυχή του και την υψώνει στο Λόγο, αγκαλιάζοντας τα κτιστά όντα. Για να έλθουμε κοντά στον απολύτως Έτερον χρειάζεται να αποσυρθούμε από το ίδιον θέλημα, καταθέτοντας στο Πρόσωπο του Λόγου τη ζωή μας. Αυτό, στους καιρούς των Πατέρων, δεν σήμαινε αποκλειστικότητα μοναχών ή ασκητών, αλλά μέριμνα ανακαινιστικής πορείας που τέρμα της είχε τα έσχατα. Μένει να αναρωτηθούμε τί από αυτά έμεινε σήμερα.

*Επεξεργασμένη Εισήγηση στην Συνάντηση που διοργανώθηκε από τον ΄Ομιλο ερασιμόλπων ‘Το κοινόν των ωραίων τεχνών’, που έγινε στην ελληνική Εταιρία (στην Πλάκα), την Παρασκευή 28 Νοεμβρίου, με συνομιλητές τον Άγγελο Καλογερόπουλο και τον Δημήτρη Κοσμόπουλο.

πηγή: Αντίφωνο
 
ΑΜΕΘΥΣΤΟΣ

Η Ελλάδα πεθαίνει;;

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ (21)
Η ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ όπως αναπτύχθηκε από τον C.G.Jung.
Της Barbara Hannah
Κεφάλαιο 7ο (συνέχεια)

ANNA MARJULA : Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΕΠΊΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΣΕ ΜΙΑΝ ΕΙΔΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΕΥΡΩΣΗΣ

{ S.O. S. Το κεφάλαιο πού ακολουθεί περιέχει ένα από τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά της γυναικείας ψυχής και ταυτόχρονα και τη μεγαλύτερη ασθένειά της.}

Η αρχική συζήτηση

Οι πρώτες συζητήσεις με τη Μεγάλη Μητέρα έγιναν λίγο καιρό μετά από αυτήν τη σημαντική μέρα που περιγράψαμε πιο πάνω, όταν η ασθενής μπόρεσε να δη το Όραμα της νεανικής της ηλικίας σαν μιαν ιδέα τού animus. Άρχισε την επαφή της με τη Μεγάλη Μητέρα κάπως διστακτικά, σαν να δυσκολευόταν ακόμη να χωρισθή από τον animus της, παρ’ όλο που ήδη τον είχε τώρα αναγνωρίσει καθαρά σαν βασανιστή της. Προσπάθησε να έρθη σε επαφή με τη Μεγάλη Μητέρα με τον εξής τρόπο:

Πρώτη συζήτηση με την Μεγάλη Μητέρα

Ασθενής: Μεγάλη μου Μητέρα, θέλω να σε πλησιάσω και να σου μιλήσω, αλλά δεν σε βλέπω πολύ καθαρά. Είναι σαν να βρίσκεσαι κάτω από ένα πέπλο. Όταν προσπαθώ να σου αφαιρέσω το πέπλο, τότε αυτό τυλίγει τον animus, και τον κάνει αόρατο για μένα, πράγμα που μου φαίνεται επικίνδυνο. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Μεγάλη Μητέρα: Μπορούμε ίσως να υποθέσουμε ότι ο animus έριξε το πέπλο του επάνω μου την ημέρα που ξεσκεπάσθηκε από την αναλύτριά σου. Το έκανε αυτό επειδή έχει δύναμη επάνω σου όταν εγώ παραμένω αόρατη. Μίλησε μαζί μου παρά το ότι έχω πέπλο, και στο μεταξύ κράτα τον κάτω από το βλέμμα σου.
Α: Μπορείς να με βοηθήσης να τον εκπαιδεύσω;
Μ.Μ.: Πρέπει να εκπαιδεύσουμε πρώτα εσένα· αυτός θα ακολουθήση.
Α: Έχω αισθήματα κατωτερότητας επειδή είμαι ανύπανδρη. Θέλω ακόμη τρομερά να αναπληρώσω το κενό της ζωής μου που δεν έζησα.
Μ.Μ.: Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι ως εξής: Όλη η ζωή σου έχει βιωθή. Εσύ έζησες τη νεύρωσή σου. Σ’ αυτό το διάστημα, εγώ έζησα μέσω ενός άλλου την ζωή που ήταν κρυμμένη πίσω από τη νεύρωσή σου. Εσύ δεν το ήξερες αυτό, και επομένως νοιώθεις σαν να έχης χάσει την ζωή σου. Αλλά η ζωή σου είναι βιωμένη – από εμένα! Τίποτε δεν μπορεί να πέση ολοκληρωτικά έξω από την ψυχή. Μόλις θα είσαι αρκετά ώριμη για να πλησιάσης τον θησαυρό σου, θα σου τον δώσω. Η νεύρωση είναι πάντα μακρύτερη από αυτό που κρύβεται πίσω της. Εσύ δεν μπορούσες να αντέξης αυτό το κρυμμένο πράγμα και το καταπίεζες. Αλλά δυνάμωσες το θάρρος σου ενώ υπέφερες παθητικά τη νεύρωσή σου για χρόνια και χρόνια. Σύγκρινέ το αυτό με μια ζυγαριά: όταν το θάρρος και η δύναμη ενωθούν και μπουν σε έναν από τους δύο βραχίονες της ζυγαριάς – να πούμε στον παθητικό βραχίονα; – τότε ο άλλος, ο ενεργητικός βραχίονας, μπορεί να υψωθή. Τότε μπορείς να εισπράξης το ποσό της ζωής που δεν έζησες, και που έζησα εγώ αντί για σένα. Τίποτε δεν έχει χαθή: όλα βρίσκονται εκεί. Προσπάθησε να τα πάρης λίγο-λίγο. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσης ακόμη να ωριμάσης σαν μια γυναίκα με ολοκληρωμένη ζωή.
Α: Αλλά πώς μπορώ ποτέ να γίνω μια γυναίκα με ολοκληρωμένη ζωή εάν η σεξουαλικότητά μου δεν λειτουργεί ομαλά;
Μ.Μ.: Δεν είναι η σεξουαλική λειτουργία το σημείο από όπου θα έπρεπε να αρχίσης, αλλά τα αισθήματα που πιθανόν οδηγούν σ’ αυτήν την κατεύθυνση, και για τα οποία η σεξουαλική λειτουργία θα μπορούσε στο τέλος να είναι έκφραση.
Α: Πώς μπορώ να ξανακερδίσω αυτά τα αισθήματα; Τα έχασα πολύ καιρό πριν.
Μ.Μ.: Τα καταπίεσες. Μπορούν να δοθούν με αντάλλαγμα το θάρρος.
Α: Αναφέρεις συνεχώς το θάρρος. Δεν νομίζω ότι το θάρρος ήταν αυτό που μου έλειπε.
Μ.Μ.: Έχεις σίγουρα θάρρος, αλλά ενός επικίνδυνου είδους. Ο animus σου παίζει με το θάρρος σου, και επειδή κατέχεσαι από τον animus και δεν μπορείς να αντισταθής στη δύναμή του, το θάρρος σου γίνεται υπερβολικά παθητικό. Στον animus αρέσει να σε σπρώχνη στην ψυχική μιζέρια. Αυτήν τη δυστυχία υποφέρεις με θάρρος, αλλά μόνον επειδή βλέπεις μέσα της τη δυνατότητα να αισθανθής σαν ηρωίδα. Αυτή είναι η αποζημίωσή σου για τα νευρωτικά αισθήματα κατωτερότητας. Αυτού του είδους το θάρρος δεν λειτουργεί με τον σωστό τρόπο.
Α: Ο animus φταίει.
Μ.Μ.: Ναι, μα τελικά εσύ είσαι υπεύθυνη για τον animus σου. Όταν ήσουν νεώτερη, είχες πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου. Επομένως η νεύρωσή σου ήταν απαραίτητη. Τώρα δεν θα έπρεπε να μισής τη σκιά και τον animus τόσο πολύ. Το παιχνίδι τους μαζί σου ήταν τερατώδες, αλλά απαραίτητο. Εσύ το προκάλεσες στον εαυτό σου με το να μην έχης με κανέναν τρόπο συνείδηση των σκοτεινών δυνάμεων μέσα σου.
Α: Αισθάνομαι ντροπή.
Μ.Μ.: Να αισθάνεσαι υπεύθυνη! Μ’ αυτόν τον τρόπο θα ενεργοποιήσης το θάρρος σου.
Όταν η ασθενής διάβασε αυτήν τη συζήτηση στην αναλύτριά της, εκείνη εντυπωσιάσθηκε πάρα πολύ, και ενθάρρυνε θερμά την ασθενή να συνεχίση τον διάλογό της με τη Μεγάλη Μητέρα, πράγμα που η ασθενής έκανε με ενθουσιασμό, για μεγάλες χρονικές περιόδους. Ο animus της όμως, που αγαπούσε πάρα πολύ τη δύναμη που είχε επάνω της, και που δεν είχε με κανέναν τρόπο σκοπό να την εγκαταλείψη, δεν έχανε ούτε μιαν ευκαιρία που να μην της πη πόσο μαύρα φαίνονταν τα πράγματα, πόσο περιττές ήταν οι προσπάθειές της, ακόμη και πόσο βλαβερές ήταν παρόμοιες συζητήσεις για την υγεία της! Η ασθενής και ο animus άρχισαν μια δυσάρεστη και εξαντλητική μάχη, από την οποία μόνο λίγες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν εδώ. Θα ήταν αρκετό να σημειώσουμε ότι για ένα πολύ μακρύ διάστημα μετά, η ασθενής άρχιζε όλες τις συζητήσεις με τη Μεγάλη Μητέρα με παράπονα ότι αισθάνεται άρρωστη και δυστυχισμένη, γεμάτη με αμφιβολίες, δυσπιστία και κρίσεις απελπισίας. Αυτές οι συζητήσεις ήταν νευρωτικές, χωρίς νόημα ομιλίες, που δεν αξίζει να τις αναφέρουμε εδώ.
Η Μεγάλη Μητέρα απαντούσε υπομονετικά ότι η δυσπιστία και η αμφιβολία ανήκουν στη σκιά, η οποία είχε δημιουργήσει στο ασυνείδητο μια συμμαχία, ας πούμε, με τον animus, με τον οποίον συνωμοτούσαν ενάντια στην ασθενή, και τα περνούσαν θαυμάσια μ’ αυτήν την ασχολία. Εάν η ασθενής μπορούσε να πάρη μέσα της αυτά τα σκιώδη μέρη τού εαυτού της και να αισθανθή υπεύθυνη για την ίδια της τη δυστυχία, τότε ο animus θα γινόταν λιγότερο δυνατός, έλεγε η Μεγάλη Μητέρα. Αλλά για την ώρα η ασθενής είχε πάρα πολύ μεγάλη έλλειψη συνείδησης της σκιάς της, για να μπορή να διακρίνη τα χαρακτηριστικά της, και ήταν πάρα πολύ κυριευμένη από τον animus, για να αντισταθή στις γνώμες του. Έμεινε θύμα τους για πολύν καιρό ακόμη. Τα λόγια της Μεγάλης Μητέρας σκεπάζονταν αμέσως από τις γνώμες του animus, που ήταν πιο εύκολο στην ασθενή να τις πιστέψη. Το επόμενο αξιόλογο όνειρο ήρθε στη γυναίκα σ’ αυτό το σημείο, στο μέσο της δυστυχίας της.

ΟΝΕΙΡΟ:
Η ασθενής πλησιάζει ένα μεγάλο κτίριο. Μια καλόγρια βγαίνει από αυτό, την καλωσορίζει και της δίνει ένα ροζάριο που αποτελείται από λίγες μόνο χάντρες. Κάθε χάντρα είναι μια προσευχή. Η καλόγρια τής λέει έπειτα να περάση και άλλες χάντρες στο ροζάριο, μαύρες χάντρες, που θα γίνουν λαμπερές και ακτινοβόλες μόλις τις περάση στο ροζάριο.

Ερμηνεία του ονείρου
Η ασθενής ανέφερε συσχετισμούς με τις χάντρες ή προσευχές. Είπε ότι ονομαζόταν ταπείνωση, φτώχεια και νηστεία της καρδιάς. Η ταπείνωση μιλάει η ίδια για τον εαυτό της. Ο συσχετισμός της φτώχειας ήταν με τους ακόλουθους στίχους του ποιητή Rilke, στο «Βιβλίο των Ωρών» του: “Armut ist ein Glanz aus Innen” (Η φτώχεια είναι μια λάμψη από μέσα). Η «νηστεία της καρδιάς» παρουσιαζόταν από τον Meister Eckhart σαν ένα μέσο επίτευξης της πνευματικής ζωής. Έπειτα από αυτές τις εξηγήσεις, η καλόγρια ερμηνεύθηκε ότι συμβολίζει την π ν ε υ μ α τ ι κ ή γ υ ν α ί κ α, την οποία η ασθενής (που ήταν, επιπλέον, Διαμαρτυρόμενη) έπρεπε να αναπτύξη μέσα της και να την αποδεχθή σαν π ε π ρ ω μ έ ν ο. Οι μαύρες χάντρες ήταν περιοχές της σκιάς, που θα έχαναν το σκοτάδι τους μόλις τις περνούσε στη μικρή της αλυσίδα (της συνείδησης).

Μετά από ένα τέτοιο καθαρό όνειρο, φαίνεται σχεδόν απίστευτο που η ασθενής δεν μπορούσε να αλλάξη οριστικά τη στάση της. Μπόρεσε να το κάνη για ένα χρονικό διάστημα – είναι αλήθεια ότι εντυπωσιάστηκε από το όνειρο – αλλά αυτό δεν κράτησε πάρα πολύ. Η εξαιρετικά καθαρή γλώσσα της αναλύτριας ή της Μεγάλης Μητέρας προκαλούν συνήθως τον animus, ώστε να προσθέτη τα δικά του δραστικά σχόλια. Η ασθενής μας ποτέ δεν παρέλειπε να ταυτισθή μαζί του, και να πιστεύη κάθε ένα από τα λόγια του.

Αυτήν τη φορά, για να εξουδετερώση την επίδραση της καλόγριας που είχε εμφανισθή στη σκηνή, το επόμενο τέχνασμα του animus έπρεπε να είναι πολύ έξυπνο: ο animus διάλεξε την τάση της ασθενούς για θρησκευτική αφιέρωση. Της είπε να δεχθή τη μοίρα της, τον πόνο και τη νεύρωσή της πρόθυμα, ακόμη και να αντλήση σεξουαλική ικανοποίηση από τη θρησκευτική της προθυμία να υποφέρη αυτό που θα μπορούσε να ονομάση «σκληρή συνεύρεση του Θεού» μαζί της! Εδώ επενέβη η αναλύτριά της, εξηγώντας τη διαφορά ανάμεσα στην υπακοή στον Θεό και στην υπακοή στον animus. Η αναλύτρια τής έδειξε σε ποιον βαθμό είχε μια τάση προς τον μαζοχισμό, ο οποίος μαζοχισμός συνδέεται με την ακραία θηλυκότητα, ακριβώς όπως ο σαδισμός μπορεί να συνδεθή με τον ακραίο ανδρισμό. Η ασθενής μπορούσε να δη αυτήν την τάση της προς τον μαζοχισμό, και αυτό οδήγησε στην εξής συζήτηση με τη Μεγάλη Μητέρα:

Δεύτερη συζήτηση με τη Μεγάλη Μητέρα.

Ασθενής: Μεγάλη μου Μητέρα, μακάρι να μπορούσα να φθάσω σε μια θετική αποδοχή της μοίρας, αντί να τρέφω αυτό το παθητικό και ανόητο θάρρος, που με κάνει να υποφέρω τη νεύρωση και να βρίσκω σ’ αυτήν μαζοχιστική ικανοποίηση.

Μεγάλη Μητέρα: Κοίταξε τον μαζοχισμό σου στο πρόσωπο και δες την ηθική ικανοποίηση που παίρνεις από αυτόν, την ενισχυτική πεποίθηση ότι είσαι μια ηρωίδα, που πρόθυμα πίνει ατελείωτα οικτρά ποτήρια. Από αυτό βγάζεις θαυμασμό για το εγώ σου και υποτιθέμενη δύναμη. Εάν μπορείς να θυσιάσης όλα αυτά τα κέρδη που φαίνονται πολύτιμα για σένα, τότε θετικές δυνάμεις θα μπορέσουν να μπουν σε λειτουργία.
Α.: Η ζωή μου έχει χτισθή πάνω σε βάσανα που υπομένονται ηρωικά. Αυτό είναι το στήριγμα και η δικαίωσή μου. Αυτό μου δίνει δύναμη να ζω. Εάν το αφήσω, θα γίνω πολύ αδύναμη.
Μ.Μ.: Στην πραγματικότητα είσαι πολύ αδύναμη, μόνο που δεν το ξέρεις.
Α.: Είναι σωστό να υποθέσω ότι η επιθυμία μου για κάτι μεγάλο μού έδωσε μια μεγάλη νεύρωση; Εννοώ το εξής: εάν δεν μπορώ να είμαι μεγάλη στην πραγματική ζωή, τουλάχιστον μπορώ να είμαι μεγάλη στο να υπομένω τα βάσανα της νεύρωσης.
Μ.Μ.: Δεν μπόρεσες ποτέ να θυσιάσης τη μεγαλομανία σου και να είσαι ένα απλό, συνηθισμένο θηλυκό πλάσμα. Γι’ αυτό διάλεξες τη νεύρωση, και τη δυνατότητα της παθητικής μεγαλωσύνης. Η υπομονή στα νευρωτικά σου βάσανα ήταν μεγάλη, αλλά στείρα. Για άλλη μια φορά ο μαζοχισμός είναι επικίνδυνη δύναμη. Στη φωτιά του βασανισμού, ο μαζοχισμός ταυτίζεται με το αντίθετό του: τον σαδισμό. Εσύ βασανίζεις τον εαυτό σου. Μπορείς να αναγνωρίσης τον σαδιστή μέσα σου;
Α.: Πάντα τον ονόμαζα animus.
M.M.: Κοίταξε αυτήν τη φιλόδοξη νεύρωσή σου. Ας της δώσουμε ένα μεγάλο όνομα: σαδομαζοχιστικός ηρωισμός. Θα μπορούσαμε εξ ίσου καλά να την ονομάσουμε μικρόκαρδο φόβο, επειδή είσαι πολύ αδιάφορη για να κάνης συνειδητή τη φαντασμένη σκιά σου. Άλλαξε τον αρνητικό σου ηρωισμό με μια θετική ταπεινοφροσύνη. Η πρώτη απόδειξη της αληθινής μεγαλωσύνης είναι να κατέχης τις σκοτεινές δυνάμεις μέσα στην ψυχή σου, και να αισθάνεσαι ταπεινά υπεύθυνος γι’ αυτές. Εάν μπορέσης να το κάνης αυτό, υπηρετείς εμένα αντί για τον κύριο Animus. Η πραγματική μεγαλωσύνη δεν είναι τίποτε άλλο από τη θυσία του εγώ.

Τώρα η ασθενής είχε κάτι επάνω στο οποίο μπορούσε να διαλογισθή! Το έκανε για λίγον καιρό και μετά ξέχασε τα πάντα σχετικά μ’ αυτό, επειδή και ο animus είχε διαλογισθή επάνω σε κάτι: σκέφθηκε, μ’ άλλα λόγια, ένα καινούργιο σχέδιο, με σκοπό να ξανακερδίση το χαμένο έδαφος. Και αποδείχθηκε, προφανώς, πιο πανούργος από τις αντιπάλους του, επειδή αυτό που συνέβη ήταν το εξής: η γυναίκα αρρώστησε. Αυτό είχε σαν συνέπεια τα επόμενα χρόνια να είναι γεμάτα από ιατρικές θεραπείες για αρρώστειες που οι γιατροί δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν. Κατά βάθος, η ασθενής ντρεπόταν πάρα πολύ που ήταν νευρωτική, και πάντα προσπαθούσε να κρύβη τα συμπτώματά της. Επομένως η σωματική αρρώστεια, που συνοδευόταν από μια συγκεκριμένη διάγνωση από τον ιατρικό χώρο, καλωσορίσθηκε από την ασθενή. Αυτή η αρρώστεια αποδείκνυε στην ίδια ότι τα προβλήματά της δεν ήταν φανταστικά, ότι δεν ήταν τόσο νευρωτική όσο νόμιζαν όλοι. Πραγματικά, αυτό το γεγονός την απελευθέρωσε από ένα μεγάλο μέρος της ταπεινωτικής της νευρικής αδυναμίας – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε αυτή. Και ο animus με επιμέλεια την ενθάρρυνε στην κακή της στάση. Έτσι οι γιατροί δεν μπορούσαν να τη θεραπεύσουν. Χρόνος και χρήμα ξοδεύτηκαν άδικα. Χρειάσθηκε να επιστρέψη στις ψυχολογικές μεθόδους.
Η αρρώστεια της τής είχε προκαλέσει καθυστέρηση· έγινε εντούτοις φανερό, ότι η αναλυτική πορεία δεν είχε επηρεασθή από τη διακοπή. Η ασθενής φαινόταν τώρα περισσότερο πρόθυμη για ανάλυση μετά τα φανερά χαμένα χρόνια, τα γεμάτα από ιατρικές θεραπείες, νοσοκομεία, γιατρούς και παρόμοια. Στο τέλος προκάλεσε τον animus της να έχη μια σοβαρή συζήτηση μαζί της, από την οποία θα δώσουμε εδώ τα κύρια σημεία. Μετά από αυτήν τη συζήτηση, αυτός φαινόταν κάπως φοβισμένος, κι αυτή βρήκε πάλι τον δρόμο της για τη Μεγάλη Μητέρα.

Συζήτηση με τον animus (απόσπασμα)
Ασθενής: Εάν οι αρρώστειες μας είναι γνώμες του animus, τότε εσύ θα μπορούσες να εξηγήσης την ιδέα που βρίσκεται πίσω απ’ αυτές.
Animus: Θέλεις να υποφέρης, δεν θέλεις; Επειδή σε βολεύει να παίζης τον ρόλο της μαζοχίστριας ηρωίδας. Εγώ σου δίνω την ευκαιρία να το κάνης αυτό.
Ασθ.: Ίσως κάποτε ήμουν έτσι, αλλά έχω αλλάξει την τακτική μου. Ποια είναι η δική σου;
An.: Η δική μου είναι να παίζω τον άνδρα σου. Πορνεύεις μαζί μου όταν είσαι άρρωστη.
Ασθ.: Πρόσεχε τα λόγια σου, σε παρακαλώ!
An.: Σου προμηθεύω (Σ.τ.Μ.: η αγγλική λέξη είναι provide, που έχει και τη σημασία «βρίσκω πελάτες για μια πόρνη» ή «μεσολαβώ προκειμένου για τις σεξουαλικές επιθυμίες κάποιου») αρρώστειες, για να μπορής να δοκιμάζης το να είσαι παθητική, αβοήθητη, καταβεβλημένη. Με τη μορφή της αρρώστειας, είμαι ο άνδρας σου. Το είπα αρκετά καλά για τα λεπτεπίλεπτα αυτιά σου; Το Μεγάλο Όραμα της νιότης σου (όπως το ονομάζεις) διέταζε τη συνουσία χωρίς τη σεξουαλική επιθυμία. Αυτή είναι η αιτία που παίρνω τη μορφή της αρρώστειας. Στην αρρώστειά σου, είσαι μαζί μου ακριβώς όπως μια γυναίκα κατά τη σεξουαλική πράξη, αλλά χωρίς την αίσθηση του πόθου. Βλέπεις;
Ασθ.: Αυτό που βλέπω είναι ότι είσαι ένας διάβολος! Ντροπή!... Αλλά, κύριε Διάβολε, δεν θέλω να μου υποβάλλης την ιδέα καμμιάς απολύτως αρρώστειας, ούτε θέλω τις σεξουαλικές σου προτάσεις. Αυτό που θέλω να αποκτήσω είναι η αποδοχή της μοίρας. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα αισθάνομαι σαν γυναίκα απέναντι στον Θεό, κι αυτός είναι ο στόχος μου. Το κατάλαβες; Η θηλυκότητά μου έχει σαν καταφύγιο τον Θεό. Και μ’ αυτόν τον τρόπο θέλω να σε εξορκίσω έξω από το σώμα μου κακό πνεύμα!
Aμέθυστος
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ (20)
Συνέχεια από Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011
Η ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ όπως αναπτύχθηκε από τον C.G.Jung.
Της Barbara Hannah
Κεφάλαιο 7ο (συνέχεια)
ANNA MARJULA : Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΕΠΊΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΣΕ ΜΙΑΝ ΕΙΔΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΕΥΡΩΣΗΣ
{ S.O. S. Tό κεφάλαιο πού ακολουθεί περιέχει ένα από τά πιό καλά κρυμένα μυστικά τής γυναικείας ψυχής καί ταυτόχρονα καί τή μεγαλύτερη ασθένειά της.}

Παρουσίαση του ιστορικού της περίπτωσης από την Anna Marjula
Στις επόμενες σελίδες έχω προσπαθήσει να περιγράψω τη σταδιακή εξέλιξη της διαδικασίας της εξατομίκευσης στην ζωή μου. Διάλεξα να δώσω τη μορφή της διάλεξης στο υλικό του ιστορικού μου, επειδή αυτό μού έδωσε τη δυνατότητα αντικειμενοποίησης του «ασθενή», ταυτίζοντάς με με έναν φανταστικό ομιλητή.
Η ενεργητική φαντασία, σύμφωνα με τη μέθοδο που αναπτύχθηκε από τον C.G.Jung, και η θεραπευτική της επίδραση στη νεύρωσή μου τονίζονται ιδιαίτερα σ’ αυτό το βιβλίο.
Θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στους εξής ανθρώπους, που με βοήθησαν να ετοιμάσω αυτό το χειρόγραφο για να δημοσιευθή: τη δεσποινίδα Barbara Hannah, την Dr. Marie-Louise von Franz, την ήδη αποβιώσασα κ. Marian Bayes και τη δεσποινίδα Mary Elliot.
Ι. Εισαγωγή στο ιστορικό της περίπτωσης.
Αυτό το κείμενο έχει σκοπό να παρουσιάση το θετικό αποτέλεσμα που πέτυχε κάποια ασθενής μέσω της γνήσιας προσπάθειάς της να κάνη συνειδητές και να αφομοιώση σκιώδεις περιοχές της ψυχής της, περιοχές που είχαν ξεχασθή ή καταπιεσθή, ή που δεν είχαν γίνει ποτέ γνωστές σ’ αυτήν, και – πράγμα που είναι ακόμη πιο σημαντικό – να δείξη τη θεραπευτική επίδραση που είχε επάνω της η συνειδητή και ενεργητική επαφή με το αρχετυπικό υπόβαθρο όλης της ανθρώπινης ζωής, επαφή με μερικές από τις μεγάλες ασυνείδητες δυνάμεις που υπάρχουν στη συλλογική, αιώνια πηγή της ζωής, και οι οποίες τρέφουν, ενεργοποιούν και επηρεάζουν όλες τις κινήσεις της ανθρωπότητας ή, σε μικρότερη ακτίνα, κάθε ανθρώπου στην καθημερινή ζωή του ή ζωή της.
Ο τρόπος που διάλεξε η ασθενής για την προσπάθειά της για μια τέτοια επαφή είναι αυτό που ονομάζει ο Jung ενεργητική φαντασία. Πρώτα προσπάθησε να αφήση τις ασυνείδητες ορμές να εκφρασθούν σε ζωγραφικές εικόνες, και έπειτα είχε έναν μεγάλο αριθμό συζητήσεων με μερικές μορφές του ασυνειδήτου. Επειδή η περίπτωση της νεύρωσής της ήταν πολύ επίμονη, και επειδή είχε δοκιμάσει διάφορα είδη θεραπείας πριν έρθη στον Dr. Jung, ίσως αξίζει να κοιτάξουμε μια σειρά από αυτές τις συζητήσεις, που στο τέλος την έφεραν στην πνευματική ηρεμία που αναζητούσε, και για την οποία αγωνιζόταν σε ένα διάστημα ουσιαστικά μιας ανθρώπινης ζωής.
Κατ’ αρχήν, μια εισαγωγή στην ιστορία των γεγονότων της ζωής της και στην περίπτωση της νεύρωσής της θα είναι απαραίτητη. Θα ακολουθήση μια περίληψη των διαλόγων της με αρχετυπικές μορφές, και θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε την αυξανόμενη επίδραση που είχαν αυτοί οι διάλογοι στην ασθενή, και σαν συνέπεια, στην πορεία τής θεραπείας μέσα στην ψυχή της.
Το ιστορικό της περίπτωσης
Η ασθενής γεννήθηκε στην Ευρώπη, κατά το τέλος του περασμένου αιώνα. Ο πατέρας της ήταν δικηγόρος. Η οικογένεια αποτελούνταν από τον πατέρα, τη μητέρα, δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Η ασθενής ήταν η δεύτερη κόρη. Ήταν ένα πολύ ξύπνιο παιδί, είχε μεγάλες ικανότητες στο σχολείο, και ήταν ιδιαίτερα προικισμένη στην ποίηση και τη μουσική. Όταν ήταν δεκατριών χρονών έχασε τη μητέρα της, και όταν ήταν είκοσι, πέθανε ο αδελφός της· μερικά χρόνια αργότερα η αδελφή της έδωσε τέλος στην ζωή της. Ο πατέρας της πέθανε όταν ήταν σαράντα επτά χρόνων. Έτσι έμεινε σαν το μόνο επιζόν μέλος αυτής της οικογένειας. Αυτό είναι, με συντομία, το οικογενειακό της ιστορικό. Έμεινε ανύπαντρη και ακολούθησε σαν επάγγελμα τη μουσική. Το εσωτερικό της ψυχολογικό ιστορικό επηρεάσθηκε πάρα πολύ από τον αυταρχικό χαρακτήρα του πατέρα της (που προκάλεσε ένα αρνητικό πατρικό σύμπλεγμα) και από τον πρόωρο θάνατο της μητέρας της.
Η ασθενής ήταν ένα νευρικό παιδί, και υπέφερε από αϋπνίες και ανορεξία. Όταν ήταν ακόμη πολύ νέα, η συμπεριφορά της ήταν αυτή ενός εσωστρεφούς. Έγραφε ποιήματα και συνέθετε μουσική, συνήθως στην τουαλέττα· αυτούς τους θησαυρούς της δεν τους έδειχνε σε κανέναν, εκτός από τις κούκλες της. Ήταν, εντούτοις, γεμάτη ζωή, ένα αρκετά ευτυχισμένο παιδί, καλή στα σπορ και στα παιχνίδια, και αγαπητή στους λίγους φίλους της. Ήταν τρομερό χτύπημα για το κορίτσι όταν πέθανε η μητέρας της, την οποία αγαπούσε πολύ. Αυτό εμπόδισε τον χαρακτήρα της από το να αναπτυχθή ομαλά. Στον εσωτερικό της κόσμο ήταν ένα παιδί πρόωρα μεγαλωμένο, και στον εξωτερικό κόσμο ήταν εξαιρετικά ντροπαλή, ιδίως με τα αγόρια. Τα αγόρια τής προκαλούσαν πανικό και επιπλέον δεν τους άρεσε, πράγμα που πλήγωνε τρομερά την υπερηφάνειά της. Έγινε νευρωτική, αλλά κανείς δεν έδειξε να το προσέχη αυτό. Εξ αιτίας της ντροπαλότητάς της, όλα τα αισθήματα άγχους και κατωτερότητας κλειδώνονταν μέσα της, σαν ένα πράγμα που έπρεπε να κρατηθή μυστικό. Αισθανόταν πολλή ντροπή γι’ αυτήν την κατωτερότητα, και προσπαθούσε να την εξισορροπήση με επιτυχίες στο σχολείο και στη μουσική. Αγωνιζόταν με όλες της τις δυνάμεις να είναι πάντα η καλύτερη μαθήτρια, και πάντα ή τ α ν η καλύτερη μαθήτρια. Η φιλοδοξία της μεγάλωνε με έναν δυσοίωνο τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, αν και ο θάνατος της μητέρας της ήταν ένα μοιραίο γεγονός γι’ αυτήν στην παιδική της ακόμη ηλικία, η νεύρωση καθυστέρησε να ξεσπάση για μια περίοδο οκτώ ετών. Εντούτοις η κατάρρευση ήρθε όταν ήταν είκοσι ενός χρόνων. Προαναγγέλθηκε από ένα Όραμα, που αργότερα αποδείχθηκε πως ήταν το εστιακό σημείο της νεύρωσής της.
Το Μεγάλο της Όραμα
Την ίδια περίοδο που η ασθενής είδε αυτό το όραμα, που ήταν τόσο σημαντικό γι’ αυτήν, ετοιμαζόταν για τις εξετάσεις της σαν πιανίστα συμφωνικής ορχήστρας. Η φιλοδοξία την είχε σπρώξει να δουλέψη πολύ σκληρά, και να δίνη υπερβολική σημασία στο γεγονός της επιτυχίας ή της αποτυχίας στις εξετάσεις. Υπέρμετρα ανυπόμονη για έναν καλλιτεχνικό θρίαμβο, και τρομερά φοβισμένη ότι θα καταστρέψη τις πιθανότητες επιτυχίας της με το τρακ επάνω στη σκηνή, είχε δουλέψει μέχρι το ακραίο σημείο της νευρικής υπερέντασης. Τη νύχτα πριν από τις εξετάσεις το ασυνείδητο την κατέκλυσε, και έφερε μπροστά της ένα «Μεγάλο Όραμα» ή «Άγγελμα» (Σ.τ.μ.: Η αγγλική λέξη “annunciation” σημαίνει κυρίως τον Ευαγγελισμό στην εκκλησιαστική γλώσσα), το εξής:
Μια φωνή τής έλεγε να θυσιάση τη φιλοδοξία της σ’ αυτές τις εξετάσεις με το να είναι εξίσου πρόθυμη και έτοιμη να δεχθή την αποτυχία ή την επιτυχία. Μετά από έναν άγριο εσωτερικό αγώνα η ασθενής υποσχέθηκε πρόθυμα να υπακούση αυτήν την εντολή. Έπειτα η προθυμία της να υπομείνη μια πιθανή ήττα τής έφερε ένα είδος θρησκευτικής έκστασης. Σ’ αυτήν την έκσταση, η φωνή τής αποκάλυψε ότι δεν ήταν η κλήση της στην ζωή να γίνη η ίδια ένα διάσημο πρόσωπο. Η αληθινή της κλήση ήταν να γίνη η μητέρα ενός ιδιοφυούς ανθρώπου. Για να μπορέση να εκπληρώση αυτήν την κλήση, θα έπρεπε να θυσιάση τις κανονικές της επιθυμίες σχετικά με τον έρωτα και τον γάμο, και να ψάξη για κάποιον που θα ταίριαζε να γίνη πατέρας μιας μεγαλοφυίας. Μ’ αυτόν τον άνδρα επρόκειτο να συλλάβη ένα παιδί σε μια συνουσία τελείως καθαρή από το σαρκικό πάθος. Εάν κατόρθωνε να αποφύγη κάθε είδους αισθησιασμό κατά τη διάρκεια της σύλληψης, και μόνον εάν αυτός ο όρος εκπληρωνόταν, τότε το παιδί της τελικά θα γινόταν η μεγαλοφυΐα που είχε κληθή να φέρη στο φως. Εάν ο πατέρας τύχαινε να είναι κάποιος παντρεμένος άνδρας, τότε θα έπρεπε να ξεπεράση τις προκαταλήψεις της και να γεννήση ένα νόθο παιδί.
Για το κορίτσι, αυτό το μήνυμα ήταν γεμάτο από mana (θεϊκή ιδιότητα). Το ένοιωσε σαν κάτι ιερό. Ήταν μια θρησκευτική εμπειρία, μια διαταγή που έπρεπε να εισακουσθή, και που δεν έπρεπε ποτέ να παραμερισθή ή να ξεχασθή. Κατέληξε να είναι το κρίσιμο περιστατικό της ζωής της, με το οποίο ήταν δύσκολο να αναμετρηθή. Θα πρέπη να επιμείνουμε αρκετά σ’ αυτό το εσωτερικό γεγονός, επειδή σημαίνει τόσα πολλά γι’ αυτήν. Η περασμένη της ζωή και η μελλοντική συναντώνται, ας πούμε, σ’ αυτό το αποκορύφωμα, επειδή αυτό το όραμα δεν ξεπήδησε από το τίποτα. Προετοιμάσθηκε από διάφορα γεγονότα στην παιδική και πρώτη εφηβική της ηλικία και από διεργασίες στον χαρακτήρα της, που όλα μαζί είχαν εμποδίσει το ομαλό ξεδίπλωμα της σεξουαλικότητάς της. Εξ αιτίας όλων αυτών, η επιτακτική φωνή που μιλούσε τόσο δυνατά στο «Άγγελμα» τρεφόταν ανέκαθεν μέσα στο ασυνείδητο. Οι δυνάμεις της μεγάλωσαν σε διαστάσεις γιγάντιες, ώσπου μπόρεσε να κατακλύση το εγώ αυτήν τη νύχτα πριν από τις εξετάσεις, επειδή το εγώ είχε εξασθενίσει τότε ακριβώς από τη νευρική υπερένταση.
Οι πρώτες αντιδράσεις της κοπέλλας στο Όραμα ήταν γεμάτες θαυμασμό. Όσο διαρκούσε η έκσταση, ζούσε σε ένα επίπεδο υψηλότερο από οποιοδήποτε άλλο είχε ζήσει πιο πριν. Πέρασε τις εξετάσεις της με επιτυχία, και η δειλία της εξαφανίσθηκε εντελώς. Αισθανόταν πολύ ευτυχισμένη και καθόλου νευρωτική, κι αυτή η ευτυχία μεγάλωνε το mana της φωνής. Αλλά η έκταση δεν μπορούσε να κρατήση για πάντα· έσβηνε λίγο-λίγο μέσα στη συνηθισμένη, καθημερινή ζωή, και ένας λόγος παραπάνω γι’ αυτό ήταν πως ο μελλοντικός πατέρας εκείνου του ιδιοφυούς παιδιού δεν εμφανιζόταν. Σταδιακά, βρέθηκε πάλι πίσω στη θέση ενός συνηθισμένου κοριτσιού, και το θεώρησε αυτό σαν μια ήττα. Η δειλία της αυξήθηκε. Αισθανόταν άρρωστη και εξαθλιωμένη, εξουθενωμένη από την εσωτερική αβεβαιότητα. Η υγεία της κατέρρευσε. Παρ’ όλα αυτά κατέφερε να κρατηθή και να μη βουλιάξη για τρία ακόμη χρόνια. Εντούτοις, επειδή βρισκόταν τώρα σε μιαν ηλικία όπου άλλες κοπέλλες έβρισκαν έναν σύζυγο και παντρεύονταν, η φύση άρχισε να ζητάη τα δικαιώματά της, και να οδηγή το κορίτσι σε μια σειρά από ανεπιτυχείς προσπάθειες για ερωτικούς δεσμούς. Αυτές τις αποτυχίες θα ήταν δύσκολο να τις αντέξη ακόμη και μια κοπέλλα με ομαλό ψυχολογικό υπόβαθρο· για την ασθενή μας, που η αυτοπεποίθησή της ήταν ήδη υπονομευμένη, αυτά τα περιστατικά σήμαιναν καθολική κατάπτωση. Σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών βρέθηκε άρρωστη σε ψυχιατρείο, και μετά απ’ αυτό ήρθε η ψυχανάλυσή της με έναν Φροϋδιανό γιατρό.
Η Φροϋδιανή ανάλυση
Ο Φροϋδιανός ψυχαναλυτής ήταν ένας νέος γιατρός τριάντα ετών, μόνον έξη χρόνια μεγαλύτερός της. Είχε παντρευτή αλλά είχε χωρίσει και ζούσε μόνος. Ήταν όμορφος και τον ενδιέφερε πολύ η μουσική. Στην κοπέλλα άρεσε τρομερά, και συνέβη αυτό που θα έπρεπε να περιμένη κανένας: τον αγάπησε και ήθελε να τον παντρευτή. Οι περιστάσεις ήταν τέτοιες που τίποτε δεν φαινόταν αντίθετο σ’ έναν γάμο, και οι χαρακτήρες τους θα μπορούσαν να ταιριάξουν αρμονικά. Αλλά ο ψυχαναλυτής προτίμησε μιαν άλλη κοπέλλα, που την παντρεύθηκε. Παραμέρισε τα αισθήματα τής ασθενούς, ονομάζοντάς τα απλή πατρική μεταβίβαση, και δεν ήξερε πώς να οδηγήση τουλάχιστον αυτήν τη μεταβίβαση σε μιαν εξέλιξη που θα ήταν αποδεκτή και υποφερτή από την ασθενή.
Η καλύτερη λύση θα μπορούσε να είναι η διακοπή της θεραπείας, αλλά η κοπέλλα ήταν πάρα πολύ γοητευμένη και επίσης πολύ αδύναμη στον χαρακτήρα για να τον αφήση· ο ψυχαναλυτής υποτιμούσε τα συναισθήματά της γι’ αυτόν και συνέχιζε την ανάλυση, επειδή ήλπιζε να θεραπεύση την περίπτωση. Η Φροϋδιανή του μέθοδος δεν ήταν εντελώς χωρίς αποτέλεσμα.. Μερικά από τα συμπτώματα της ασθένειας πραγματικά εξαφανίσθηκαν, και ένα ορισμένο ποσοστό ενεργητικότητας αποκαταστάθηκε. Επίσης, πέρα από τη θεραπεία, η κοπέλλα ωρίμασε μέσα από το βάθος της ίδιας της της αγάπης, και της λύπης που προκλήθηκε από το να είναι αυτή η αγάπη χωρίς ανταπόκριση. Εάν ο γιατρός είχε δείξει μόνο λίγη ευαισθησία και κατανόηση, θα μπορούσε να είχε φθάσει στο αποτέλεσμα που επεδίωκε. Αλλά όντας εκ πεποιθήσεως Φροϋδιανός, απωθούσε εντελώς και την απλή σκέψη ότι θα μπορούσε να έχη μιαν αντιμεταβίβαση. Έτσι και οι δυο τους γλύστρησαν σ’ αυτό που θα μπορούσε να ονομάση κανείς σεξουαλική διαστροφή, όπως θα δούμε αργότερα.
Χρειάσθηκαν έντεκα χρόνια στην κοπέλλα για να αποδευσμευθή από αυτήν τη γοητεία· το ότι μπόρεσε τελικά να αποδεσμευθή από την αγάπη της οφείλεται στο γεγονός ότι στο τέλος αυτός τής συμπεριφέρθηκε πραγματικά άσχημα και με αγένεια, πράγμα που ξεσήκωσε σ’ αυτήν θυμό και μίσος σε αρκετό βαθμό ώστε να προκαλέσουν μια τελική ρήξη. Προσβάλλοντας τη γυναικεία της φύση, προκάλεσε την υπερηφάνειά της. Αργότερα, η κοπέλλα αισθανόταν πάντα ευγνωμοσύνη για το τελικό αυτό γεγονός· ήταν το καλύτερο πράγμα που έκανε ποτέ αυτός γι’ αυτήν.
Τα χρόνια ανάμεσα στη Φροϋδιανή και τη Γιουγκιανή ψυχανάλυση.
Η ασθενής ήταν τώρα τριάντα τριών χρονών. Η νεύρωσή της δεν είχε φυσικά με κανέναν τρόπο θεραπευθή. Παρόλο που αποφάσισε πολύ ταπεινά, να ζήση όπως μπορούσε καλύτερα το υπόλοιπο της ζωής της, η ψυχή της δεν είχε ηρεμία. Είναι αλήθεια ότι είχε αποκτήσει σε έναν βαθμό κάποιο όνομα στον μουσικό κόσμο, αλλά ήξερε πάντοτε ότι, αν και η δουλειά που έφερνε στο φως αποτελούνταν από πολύτιμες εμπνεύσεις, δεν είχε το στέρεο υπόβαθρο της κανονικής, σκληρής δουλειάς, η οποία θα απαιτούσε κάτι περισσότερο απ’ αυτό που η κατάσταση της κατεστραμμένης υγείας της θα μπορούσε να αντέξη.
Η άλλη, περισσότερο γυναικεία δυνατότητα, δηλαδή να βρη έναν καλό σύζυγο και να παντρευθή, ήταν τόσο μακρυνή όσο ήταν πάντα, και η επόμενη στη σειρά δυνατότητα, μια ικανοποιητική ερωτική σχέση, ήταν κάτι εξ ίσου ακατόρθωτο. Υπήρχε ένα σεξουαλικό ταμπού που δεν είχε θεραπευθή από τη Φροϋδιανή της ψυχανάλυση. Εκτός από αυτό, και άλλες δυνάμεις έδειξαν ότι βρίσκονταν σε λειτουργία μέσα της, δυνάμεις που φαίνονταν να οδηγούν σε άγνωστες κατευθύνσεις, επειδή κάθε φορά που μια σπουδαία μουσική επιτυχία ή μια ικανοποιητική σχέση αγάπης εμφανιζόταν σαν κατορθωτή, κάτι από τον εξωτερικό κόσμο – όπως η αυτοκτονία της αδελφής της, το ξέσπασμα του πολέμου, ο θάνατος ενός φίλου – έμπαινε στον δρόμο της υλοποίησης του ονείρου και δρούσε σαν αξεπέραστο εμπόδιο. Μια αντικειμενική εκπλήρωση δεν επιτρεπόταν προφανώς στην περίπτωσή της. Αυτό το ψυχολογικό γεγονός έγινε αντιληπτό σ’ αυτήν, και αγωνίσθηκε όσο καλύτερα μπορούσε στην ζωή της για να το αντιμετωπίση.
Τα πρώτα χρόνια της Γιουγκιανής ψυχανάλυσης.
Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, όταν ήταν πενήντα ενός έτους, είδε τον C.G.Jung και του ανέφερε τα προβλήματά της. Μετά από συμβουλή του άρχισε ψυχανάλυση με μιαν από τις καλύτερες μαθήτριές του, την Toni Wolff, και στη συνέχεια με δύο άλλες, επίσης γυναίκες αναλύτριες. Ο Jung ο ίδιος επέβλεπε την πορεία της ψυχανάλυσης.
Υπήρχε τεράστια δυσκολία στο να πλησιάση κανείς τα πραγματικά δεδομένα, επειδή η εσωτερική μορφή που κατηύθυνε την ασθενή λίγο ή πολύ κατά τη διάρκεια όλων αυτών των δύσκολων χρόνων ήταν στην πραγματικότητα ο animus. Αυτός μπορούσε να ασκή τέτοιαν επίδραση στην ασθενή, εξ αιτίας των δυνατοτήτων που της άνοιγε το μουσικό της επάγγελμα. Όσο μια γυναίκα δεν έχει συνείδηση αυτής της μορφής τού animus μέσα στην ψυχή της, αυτός είναι ένας πάρα πολύ ισχυρός δεσπότης, ικανός να τη μαγεύη τόσο, ώστε να αποκτά τέλεια κυριαρχία επάνω της. Στην περίπτωση αυτής της ασθενούς, ο animus ήταν μια αμφίσημη μορφή, και η γοητεία που ασκούσε επάνω της –βοηθητική όσο και καταστροφική – ήταν σχεδόν ολοκληρωτική. Αν και οι μουσικές του εμπνεύσεις δεν έφερναν πραγματική λύση στο πρόβλημά της – στο τί να κάνη, με άλλα λόγια, με το υπόλοιπο της ζωής της – αυτές οι εμπνεύσεις συχνά ( και με πολύ βοηθητικό τρόπο) σήμαιναν αληθινά έναν προσωρινό δρόμο διαφυγής από την κρίση και την απελπισία. Όταν το βάρος των προβλημάτων της την έκανε να αισθάνεται απελπισμένη, ο animus και η μουσική του φαινόταν να είναι το μόνο της στήριγμα. Επομένως, αυτή δεν είχε σκοπό να τον δυσαρεστήση με το να κάνη συνειδητό κάποιον άλλο ρόλο που θα μπορούσε ίσως να παίξη στην ζωή της. Στην πραγματικότητα δ ε ν μ π ο ρ ο ύ σ ε, επειδή φοβόταν ότι θα τρελλαινόταν εάν το έκανε. Και απ’ αυτόν τον μεγάλο της φόβο μπορούμε θαυμάσια να συμπεράνουμε ότι αυτός ο «άλλος» ρόλος που ο animus έπαιζε στο ασυνείδητό της θα μπορούσε να είναι ένας πολύ αρνητικός ρόλος. Συνεπώς, δεν ήταν με κανέναν τρόπο εύκολη δουλειά στην ψυχανάλυσή της να κοιτάξη αυτήν την κυριαρχική προσωπικότητα στο πρόσωπο.
Μια άλλη εσωτερική μορφή, η σκιά, το σκοτεινό αντίστοιχο του συνειδητού εγώ, είχε σχεδόν εντελώς καταπιεσθή από τον θεληματικό, υπερήφανο και φαντασμένο χαρακτήρα της ασθενούς. Όπως εξηγεί ο Jung, είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συνείδηση της σκιάς μας, επειδή, εάν ο animus (ή η anima) είναι κι αυτός ασυνείδητος, τότε το εγώ κάνει έναν άνισον αγώνα εναντίον δύο αντιπάλων, και πιθανόν να μην είναι αρκετά δυνατό για να νικήση. Στην περίπτωση της ασθενούς, αυτά τα δύο, ο animus και η σκιά, είχαν προ πολλού «παντρευθή» μέσα στο ασυνείδητο και ήταν τώρα αχώριστα. Διέπρατταν κάθε είδους αμαρτία σε βάρος της ασθενούς, η οποία εκείνον τον καιρό ήταν ανίκανη να κοιτάξη πραγματικά σε βάθος τα προβλήματά της.
Αλλά ήταν επίμονη και πεισματάρα· δεν εγκατέλειπε την ψυχανάλυση. Η αναλύτριά της τη συμβούλεψε να εφαρμόση την ενεργητική φαντασία. Τότε αυτή έκανε μερικά αυθόρμητα σχέδια. Μερικά απ’ αυτά ήταν πολύ ενδιαφέροντα, και της άρεσε αυτή η ασχολία. Τη γοήτευε. Παρ’ όλα αυτά, αυτές οι ζωγραφιές δεν έφεραν καμμιά πραγματική αλλαγή προς το καλύτερο. Κάποιο σημείο στα βάθη της ψυχής της έμενε ανέγγιχτο, και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε ποιο ήταν αυτό το σημείο.
Η ασθενής έκανε μια περίληψη του υλικού κάθε ώρας ανάλυσης. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσε να ξανακοιτάξη ολόκληρη την πορεία τής θεραπείας αργότερα. Όταν ξαναδιάβασε τις σημειώσεις της, της έκανε εντύπωση πόσο ευνοϊκά για την θεραπεία ήταν τα όνειρα και η ερμηνεία τους. Σ’ αυτό το πρώτο στάδιο, η ανάλυσή της φ α ι ν ό τ α ν επιτυχημένη, αλλά κάτι την εμπόδιζε από το να επωφεληθή απ’ αυτήν. Ο animus συνήθιζε πάντα να ξεφεύγη μαζί με κάθε ευνοϊκό αποτέλεσμα, πριν η ασθενής το αφομοιώση. Και πάντα την εντυπωσίαζε με τις γνώμες του. Ήταν μια μορφή πάρα πολύ ισχυρή για να της αντισταθή. Παρ’ όλα αυτά, με όλη την απελπισία της, δεν παραδινόταν εντελώς σ’ αυτόν. Η Γιουγκιανή μέθοδος την είχε εντυπωσιάσει περισσότερο ακόμη και από τις αντιρρήσεις του animus. Και συνέχισε.
Μια μέρα, συζήτησε με την αναλύτριά της (την κ. Jung) το περιστατικό του οράματος που της είχε συμβή στα νειάτα της (τη Φωνή και το μήνυμα). Σχετικά με το δεύτερο μέρος αυτού του Οράματος (το μελλοντικό γυναικείο της πεπρωμένο), η αναλύτρια εξέφρασε τη γνώμη, ότι θα μπορούσε να είναι ολόκληρη αυτή η ιδέα μια εντυπωσιακή γνώμη του animus! Υπέδειξε στην ασθενή ότι ο animus μπορεί να είναι ένας πολύ κακός σύμβουλος σε γυναικεία ζητήματα αγάπης· ότι στην πραγματικότητα η λέξη «αγάπη» δεν εμφανίζεται καθόλου στο μήνυμα της μυστηριώδους Φωνής. Και πόσο εντελώς μη θηλυκά ήταν πραγματικά τα περιεχόμενα αυτού του μηνύματος! Τόσο μη θηλυκά, στ’ αλήθεια, που δεν θα μπορούσαν σχεδόν να αποδοθούν σε άλλη μορφή εκτός απ’ αυτήν του animus! Αυτή η ερμηνεία φάνηκε να φωτίζη αμέσως την ασθενή, και άλλαξε επιτέλους τη στάση της απέναντι στην αυθεντία της Φωνής. Λύθηκαν τα μάγια. Το να θεωρήση τις παρατηρήσεις τής Φωνής σαν γνώμες του animus ήταν εκείνη τη στιγμή ένα σωσίβιο, που ελάττωσε τη δύναμη που είχε ο animus επάνω της. Σχεδόν έφθασε να παραμερήση εντελώς το όλο ζήτημα, και αισθανόταν πολλή ανακούφιση γι’ αυτό.
Σ’ ένα πολύ μεταγενέστερο στάδιο η θρησκευτική χροιά του Οράματος χρειάσθηκε να αποκατασταθή, επειδή κοιταγμένες από ένα ανώτερο επίπεδο, το mana και η αυθεντία της Φωνής φαίνονταν να δικαιώνονται, αλλά σε κατώτερες ή πιο πρωτόγονες περιοχές του πνεύματος η θέση τους ήταν εντελώς λανθασμένη, κι όταν τα έπαιρνε κανείς κατά γράμμα, πλησίαζαν επικίνδυνα στην τρέλλα. Για αρκετόν καιρό ακόμη, η ασθενής δεν βρισκόταν καθόλου σ’ αυτό το ανώτερο επίπεδο, και το πρώτο και πιο επείγον πράγμα που έπρεπε να κάνη ήταν να απαλλαγή απ’ αυτήν την καταπιεστική και καταστροφική ιδέα του animus. Έπειτα η αναλύτρια τη συμβούλεψε να διακόψη κάθε επαφή με τον animus όσο πιο απόλυτα μπορούσε, επειδή πραγματικά τη μεταχειριζόταν άσχημα. Ακόμη η αναλύτρια πρότεινε πως θα ήταν καλύτερα εάν η ασθενής επιχειρούσε μιαν προσέγγιση σε κάποιο θετικό θηλυκό αρχέτυπο, για παράδειγμα τη Μεγάλη Μητέρα. Υπαινισσόταν τη μορφή που οι Γιουγκιανοί συνήθως ονομάζουν «Χθόνια Μητέρα», αλλά η ασθενής, μη ξέροντας τίποτε σχετικά με αυτήν τη μορφή – κάλεσε τη δική της, προσωπική Μεγάλη Μητέρα, όπως θα δούμε.
Της έκανε βαθειά εντύπωση η πρόταση της αναλύτριας, και ακολούθησε τη συμβουλή της, πράγμα που λειτούργησε πολύ ευνοϊκά, επειδή είχε ένα πολύ θετικό μητρικό σύμπλεγμα. Ο πρόωρος θάνατος της μητέρας της είχε συμβεί στην πραγματικότητα πριν αρχίσει να βλέπη με κριτικό μάτι αυτήν την πολυαγαπημένη της ύπαρξη. Και το φωτοστέφανο τής αγιοσύνης που περιέβαλε τον θάνατό της έκανε την πραγματική μητέρα της σχεδόν μιαν αρχετυπική μορφή: σοφή, στοργική και αξιόπιστη. Χρειαζόταν μόνον ένα μικρό βήμα για να έχη η ασθενής μια θετική μητρική μεταβίβαση στην αληθινή, αρχετυπική μητρική μορφή που υπάρχει μέσα στο συλλογικό ασυνείδητο. Αυτήν τη μεταβίβαση τη βοηθούσε και την υποστήριζε επιπλέον η αυξανόμενη αγάπη τής ασθενούς για την όμοια με τη μητρική της μορφή αναλύτριά της, με την οποία είχε εξαιρετικά στενή επαφή. Σαν συνέπεια, κατέληξε να αποδώση στην αρχετυπική Μεγάλη Μητέρα την αυθεντία, σοφία και δύναμη του Ταυτού, αυτής της κατ’ εξοχήν κυριαρχικής μορφής, που λειτουργεί σαν ένα σύμβολο της ολότητας όλων των ψυχικών οντοτήτων. Ενισχυμένη μ’ αυτόν τον τρόπο, η Μεγάλη Μητέρα της ασθενούς μας θα μπορούσε προσωρινά να θεωρηθή σαν ένα κατάλληλο θηλυκό παράλληλο προς τον Θεό, ένα υποκατάστατό του, το οποίο θα μπορούσε πιο εύκολα να το προσεγγίση στις συζητήσεις από ό,τι θα ήταν δυνατόν με έναν αρσενικό Θεό, επειδή η συγκεκριμένη ασθενής είχε ένα αρνητικό πατρικό σύμπλεγμα, καθώς και έναν επικίνδυνο, αναξιόπιστο animus. Όταν η αναλύτρια τής το εξήγησε αυτό, δεν το απέρριψε, αλλά συνέχισε να ονομάζη τον εσωτερικό της σύμβουλο «Μεγάλη Μητέρα», απλώς για να αισθάνεται πιο κοντά σ’ αυτόν. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να είχε πλησιάση το Ταυτό με τέτοιαν ευκολία και τόλμη.
Τώρα που η εισαγωγή στην περίπτωσή μας έχει γίνει με κάποια έκταση, ερχόμαστε στο κύριο μέρος. Θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια να επιτύχουμε ένα διεισδυτικό κοίταγμα στην εσωτερική ανάπτυξη ή την εξατομίκευση, που προήλθε από τις συζητήσεις που είχε η ασθενής με τη Μεγάλη Μητέρα. Ύστερα από κάθε συζήτηση θα εξετάσουμε τις αντιδράσεις του animus (στον βαθμό που μπορούμε να τις γνωρίζουμε), δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στη λιγώτερο ή περισσότερο σαφώς ορατή επίδραση που και η Μεγάλη Μητέρα και ο animus είχαν επάνω στην ασθενή. Είναι σπουδαίο να παρατηρήσουμε πώς η φωνή του animus, τόσο εξουσιαστική στην αρχή, σωπαίνει σιγά-σιγά, και πώς αυτός ο πανίσχυρος δεσπότης κατεβαίνει από το ανυψωμένο του βάθρο στο τέλος και αρχίζει να εξελίσσεται σε μια περισσότερο θετική, και μάλιστα πολύ μεγάλη δύναμη. Αυτή η εξέλιξη της μορφής που στην αρχή εμφανιζόταν σαν ένας πολύ αρνητικός animus, συμβαδίζει και ταυτίζεται με τη θεραπευτική διαδικασία στην ψυχή της ασθενούς. Καθώς η εξατομίκευσή της ήταν μια διαδικασία αργή και λεπτομερής, το υλικό έπρεπε να συντομευθή αρκετά πριν μπορέση να παρουσιασθή. Τελικά επιλέχθηκαν τα κύρια σημεία, ενώ λεπτομέρειες μικρότερης ίσως σημασίας χρειάσθηκε να παραλειφθούν.
 
(Συνεχίζεται)


Αμέθυστος
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ (19)
Συνέχεια από Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

H ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ όπως αναπτύχθηκε από τόν C.G.Jung.
Τής Barbara Hannah
Κεφάλαιο 7ο
ANNA MARJULA : Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΕΠΊΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΣΕ ΜΙΑΝ ΕΙΔΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΕΥΡΩΣΗΣ
{ S.O. S. Tό κεφάλαιο πού ακολουθεί περιέχει ένα από τά πιό καλά κρυμένα μυστικά τής γυναικείας ψυχής καί ταυτόχρονα καί τή μεγαλύτερη ασθένειά της.}

Εισαγωγή

Πριν από δέκα χρόνια περίπου, ένα κείμενο που είχε τον τίτλο «Η θεραπευτική επίδραση της ενεργητικής φαντασίας σε μιαν ειδική περίπτωση νεύρωσης» με συγγραφέα την Anna Marjula τυπώθηκε ιδιωτικά (στην Ζυρίχη: …& Co., 1967) και είχα από τότε πολλές παρακλήσεις να το κάνω ευρύτερα προσιτό. Ο Jung είχε δει αυτό το παράδειγμα ενεργητικής φαντασίας, και είχε πολύ καλή γνώμη γι’ αυτό. Είχε υποσχεθή μάλιστα στη συγγραφέα, ότι θα περιελάμβανε αυτό το κομμάτι σ’ έναν τόμο που επρόκειτο να εκδώση, μαζί με άλλα παρόμοια κείμενα. Ο Jung πέθανε όμως πριν μπορέση να πραγματοποιήση αυτό το σχέδιο. Η Anna φυσικά απογοητεύθηκε, αλλά εγώ δεν μπορούσα να δημοσιεύσω το χειρόγραφό της εκείνον τον καιρό, επειδή ο Jung μού είχε πει, ότι δεν έπρεπε σε καμμιάν περίπτωση να δημοσιευθή μ ό ν ο τ ο υ.

Έκανα έπειτα έναν συμβιβασμό, και με τη βοήθεια των Ιδρυμάτων και Ινστιτούτων Jung, το κείμενο τυπώθηκε και κυκλοφόρησε ιδιωτικά, με τους ίδιους ακριβώς όρους που κυκλοφορούσαν τα σεμινάρια του Jung. Αντίγραφά του πωλούνται μόνο σε ανθρώπους που είχαν προηγουμένως κάποια γνώση γιουγκιανής ψυχολογίας. Αισθάνομαι τώρα πάντως, ότι ο Jung δεν θα είχε αντίρρηση για τη δημοσίευσή του σ’ αυτό το βιβλίο, μια και θα συνοδεύεται από μερικά ακόμη παραδείγματα ενεργητικής φαντασίας. Είναι οπωσδήποτε ένα ασυνήθιστα καλό παράδειγμα, και νομίζω ότι θα ήταν πραγματικά κρίμα εάν εξαφανιζόταν.

Παρουσιάζω το πρώτο μέρος του αυθεντικού βιβλίου, που αποτελείται κυρίως από συζητήσεις με τη Μεγάλη Μητέρα. Το δεύτερο μέρος τού βιβλίου αποτελείται από σχέδια, που η Anne Marjula είχε δημιουργήσει στην αρχή της ανάλυσής της με τον Toni Wolf. Τα σχέδια τα ίδια ήταν επομένως ένας πρόδρομος της ενεργητικής φαντασίας, αλλά θα ήταν εντελώς ακατανόητα μόνα τους. Οι ερμηνείες που υπάρχουν στον τόμο έγιναν από την Anna λίγον χρόνο μετά τη συζήτησή της με τη Μεγάλη Μητέρα, και επειδή είναι σ υ ν ε ι δ η τ έ ς ερμηνείες, δεν έχουν άμεση σχέση με την ενεργητική φαντασία. Ούτε έχει γίνει κάποια προσπάθεια να ενοποιηθούν τα δύο μέρη του βιβλίου. Φαίνεται καλύτερο επομένως, να παραλείψω αυτό το τμήμα του έργου, και να το αντικαταστήσω με μιαν περίληψη μερικών συζητήσεων με το Μεγάλο Πνεύμα, που η Anna είχε κάνει αφού το βιβλίο της είχε τυπωθή. Αυτές φαίνεται πως ταιριάζουν στο υλικό μας καλύτερα· επιπλέον δεν έχουν ποτέ ξανατυπωθή, ούτε και ιδιωτικά. Συντόμευσα επίσης την Εισαγωγή μου στο έργο της, επειδή ολόκληρο το πρώτο μέρος ανήκε στο γενικό θέμα της ενεργητικής φαντασίας, με το οποίο ασχολήθηκα ήδη στη γενική εισαγωγή αυτού του βιβλίου.

Οι τρόποι της άσκησης της ενεργητικής φαντασίας είναι εξαιρετικά ποικίλοι και ατομικοί για τον κάθε έναν (Jung: «Η υπερβατική λειτουργία». Άπαντα, τόμος 8, παρ. 166. Σύγκρινε επίσης: Barbara Hannah: «Το πρόβλημα της επαφής με τον animus», Σύνδεσμος Ποιμαντικής Ψυχολογίας, διάλεξη 70, σ.σ. 20-22), αλλά η οπτική και η ακουστική μέθοδος είναι οι δύο πιο συνηθισμένοι. Η Anna Marjula χρησιμοποίησε και τους δύο. Στην οπτική μέθοδο, που χρησιμοποίησε πρώτη, κρατούσε σταθερά αυτό που έβλεπε σε εικόνες, λίγες από τις οποίες εμφανίζονται στο δεύτερο μέρος του χειρογράφου της. Φυσικά όλο το υλικό έχει συμπυκνωθή και συντομευθή πολύ, αλλά η φαντασία της σχοινοβασίας είναι ένα καλό παράδειγμα της οπτικής μεθόδου σε κίνηση, ας πούμε. Εντούτοις, η ακουστική μέθοδος που αναφέρεται στη συζήτηση ήταν αυτή που τη βοήθησε περισσότερο. Πέτυχε επιπλέον ένα ασυνήθιστα υψηλό επίπεδο ενεργητικής φαντασίας σ’ αυτές τις συζητήσεις. Ένα επίπεδο που απαιτεί ασυνήθιστα μέτρα δουλειάς, συγκέντρωσης, ειλικρίνειας, θάρρους και αυτοκριτικής για να επιτευχθή.

Η Anna δεν έρρεπε ποτέ προς τη φαντασία· είχε μεγάλη, αντίθετα, δυσκολία στο να ξεπεράση τις αντιστάσεις της και να κάνει ενεργητική φαντασία, ανεχόμενη τα πολύ παράξενα περιεχόμενα που της παρουσίαζε το ασυνείδητο. Μπορεί να δη κανείς ότι μερικά από αυτά τα περιεχόμενα δεν είναι με κανέναν τρόπο αθώα· μ’ αυτήν την έννοια, καταλαβαίνει κανείς γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι φοβούνται την ενεργητική φαντασία. Αλλά τα περιεχόμενα σ’ αυτήν την περίπτωση ήταν παρόντα απ’ την αρχή – τα πιο επικίνδυνα εμφανίσθηκαν (χωρίς να αναγνωρισθούν, είναι αλήθεια, από την ίδιαν εκείνην την εποχή) στις πρώτες της εικόνες – και όσο λιγότερο γίνονταν, φυσικά, ορατά, τόσο πιο επικίνδυνα ήταν στην πραγματικότητα. Ήξερε κανείς ότι υπήρχαν τρομακτικές, για παράδειγμα, μεγαλομανείς ιδέες σε λειτουργία, αλλά εξαφανίζονταν σαν καπνός μόλις γινόταν οποιαδήποτε προσπάθεια να γίνουν συνειδητές: άρχιζε αμέσως μια εναντιοδρομία, και επικίνδυνα αισθήματα κατωτερότητας έπαιρναν τη θέση τους.

Οι ψυχίατροι θα αναγνωρίσουν σίγουρα θέματα και ιδέες που έχουν οδηγήσει πολλές περιπτώσεις στο νοσοκομείο, αλλ’ αυτό φαίνεται πως αυξάνει την αξία του υλικού. Ο τρόπος που η Μεγάλη Μητέρα μεταχειρίζεται μερικές φορές αυτό το εκρηκτικό υλικό, μας δείχνει ότι το συνειδητό έχει και το αντίδοτο στο ίδιο του το δηλητήριο. Όπως παραδέχεται η Anna με ειλικρίνεια, φοβήθηκε πολλές φορές την τρέλλα, και η αυτοκτονία της αδελφής της έδειξε την πιθανότητα μιας κληρονομικής αδυναμίας στο σημείο αυτό. Για πολλά, επιπλέον, χρόνια – όπως περιγράφει η ίδια – ο animus της κατέστρεφε συστηματικά οποιαδήποτε πρόοδο επιτυγχανόταν , και έκανε ό,τι μπορούσε για να υποστηρίξη την τάση της να πανικοβάλλεται. Αν και ποτέ δεν σκέφθηκα ότι υπήρχε πιθανότητα να τρελλαθή πραγματικά, κυρίως χάρη στη δημιουργική της δουλειά επάνω στη μουσική και σ’ ένα είδος καθησυχαστικού, έμφυτου θάρρους που είχε, παραδέχομαι ότι αμφέβαλλα για πολύν καιρό για το αν θα ήταν δυνατόν ή όχι να σωθή από τα νύχια του animus της. (Το σπουδαιότερο σημείο στο οποίο φάνηκε το θάρρος που ανέφερα ήταν η προθυμία της να αντιμετωπίση τη σκιά της. Αυτό ήταν φανερό απ’ την αρχή, αν και για πολλά χρόνια ο animus μπορούσε ακόμη να παγιδεύση τέτοιου είδους συνειδητοποιήσεις και να τις διατηρήση μακριά της, με σκοπό να κρατήση τη σκιά για τον εαυτό του .Αλλά σιγά-σιγά, κυρίως μετά τη φαντασία με τη σχοινοβασία, η Anna αντιλήφθηκε την αξία της αφομοίωσης της σκιάς της, η οποία αφομοίωση είναι απαραίτητος όρος για οποιαδήποτε περεταίρω ανάπτυξη). Η αντιμετώπιση του animus θα μπορούσε να γίνη στην περίπτωση της Anna μόνο με τη διαδικασία της εξατομίκευσης. Έγινε σύντομα φανερό, ότι αυτό ήταν το πεπρωμένο της.

Χάρη στην ειλικρίνεια της Anna και στην απαρέγκλιτη προσωπική της τιμιότητα, μπορώ να είμαι εξ ίσου τίμια και να παραδεχθώ ελεύθερα ότι, αν και ήταν φανερό απ’ την αρχή, ότι ήταν ένα πολύ αξιόλογο πρόσωπο, και θα μπορούσε να είναι ακόμη περισσότερο αξιόλογη, ήταν μια πολύ κουραστική και – για πολλά χρόνια – μια απογοητευτική περίπτωση. Το αρνητικό της πατρικό σύμπλεγμα, που ενισχυόταν από τις αντιστάσεις του Φροϋδιανού αναλυτή της, έκανε ανεφάρμοστο γι’ αυτήν το να εργασθή με έναν άνδρα. (Η Anna παραδέχεται με ειλικρίνεια τις δυσκολίες της με τους άνδρες, και ο αναγνώστης μπορεί να δη σε μερικά σημεία ότι ακόμη είχε δουλειά να κάνη, όταν έγραφε το κείμενο, στις σχέσεις της με τους άνδρες και τη γνώση της γι’ αυτούς). Από την αρχή ο Jung έδειξε απεριόριστο σεβασμό για τα χαρίσματά της, και παρακολουθούσε προσεκτικά την ψυχανάλυσή της· επέμενε όμως να κάνη την κύρια εργασία η ίδια η γυναίκα. Η Anna δεν είναι Ελβετίδα, και έτσι περνούσε τον περισσότερο καιρό της στη χώρα της, η διάρκεια της ψυχανάλυσης επεκτάθηκε επομένως για μερικά χρόνια.

Στα πρώτα χρόνια η μουσική ήταν το μεγάλο στήριγμα της Anna, και φυσικά έκανα ό,τι μπορούσα για να την ενθαρρύνω στο επάγγελμά της. Αλλά από την αρχή ο animus είχε μιαν αμφίβολη στάση απέναντι σ’ αυτό (δες την περιγραφή του «μεγάλου της οράματος» από την ίδιαν την Anna)· σταδιακά προσπάθησε να το υπονομεύση, πείθοντάς την μάλιστα μερικές φορές ότι έπρεπε να απορρίψη τελείως αυτήν την ασχολία της. Αλλά η πρώτη ενθαρρυντική ένδειξη ότι υπήρχε μια δύναμη σε λειτουργία μέσα στην ψυχή της Αnna που ήταν πιο δυνατή από τον animus, ήρθε σε συνδυασμό με μιαν από τις χειρότερες απ’ αυτές τις επιθέσεις του animus. Η Anna βρισκόταν σε μιαν από τις διαθέσεις που περιγράφει στο βιβλίο της, ήταν απελπισμένη ότι ποτέ δεν θα «θεραπευθή», στράφηκε ενάντια σ’ εμένα, που ήμουν ψυχαναλύτριά της, καθώς και ενάντια στον Jung, και αποφάσισε να εγκαταλείψη το επάγγελμά της, που ήταν ακόμη ένας απαραίτητος όρος εκείνην την εποχή για τη συνέχιση της ζωής της. Κανείς δεν μπορούσε να την κάνη να αλλάξη απόφαση, και έφυγε για τη χώρα της κυριευμένη από τον animus περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αυτή ήταν η μόνη στιγμή που πραγματικά απελπίσθηκα για την περίπτωσή της· όταν έφυγε φοβήθηκα ότι η μάχη είχε χαθή.

Λίγες εβδομάδες αργότερα έλαβα όμως ένα γράμμα της, το οποίο έλεγε ότι συνέβη κάτι πολύ παράξενο. Όλο το ταχυδρομείο της είχε προωθηθή προς την Ζυρίχη, αλλά όταν επέστρεψε στο σπίτι της στη χώρα της, βρήκε μόνον έ ν α γράμμα στο γραμματοκιβώτιο, που είχε ριχθή εκεί με ανεξήγητο τρόπο λίγες εβδομάδες πριν. Αυτό το γράμμα περιείχε μιαν τόσο δελεαστική επαγγελματική προσφορά, που ένοιωσε πως δεν μπορούσε να την αρνηθή. «Αλλά θα την είχα αρνηθή, αν ελάμβανα το γράμμα στην Ζυρίχη», έγραφε, «επειδή ήμουν πολύ αποφασισμένη τότε».

Αυτό το περιστατικό άλλαξε τη στάση μου απέναντι στην περίπτωσή της. Είδα ότι απλώς εξαντλούσα τον εαυτό μου ανώφελα προσπαθώντας να βοηθήσω την Anna να σωθή με άμεσο τρόπο από τον τυραννικό της animus. Αλλά, αναρωτήθηκα, τί ήταν αυτό που έσωσε την κατάσταση την τελευταία στιγμή μέσω ενός λάθους του ταχυδρόμου; Δεν μπορούσα φυσικά να βρω λογική απάντηση στην ερώτησή μου, αλλά αποφάσισα να διακινδυνεύσω την υπόθεση ότι υπήρχε κάτι ισχυρότερο από τον animus σε λειτουργία μέσα στην ψυχή της Anna, κι ότι αυτό το «κάτι» δεν είχε σκοπό να επιτρέψη τη ματαίωση της διαδικασίας εξατομίκευσής της. Στην περίπτωση της Anna, αυτό δεν ήταν ένα μεμονωμένο συγχρονικό γεγονός. Ένα ακόμη πιο χτυπητό παράδειγμα συνέβη κατά τη διάρκεια άλλης μιας αρνητικής φάσης, όταν η Anna, θυμωμένη πάλι για τη μη «θεραπεία» της, τα έβαλε με ό,τι είχε σχέση με τη γιουγκιανή ψυχολογία. Της συνέβη τότε ένα παράξενο ατύχημα. Ενώ έκανε περίπατο στην ακροθαλασσιά, τη χτύπησε στο κεφάλι μια μπάλλα, πράγμα που έκανε απαραίτητη μια μακρά παραμονή στο νοσοκομείο. Κατά τη διάρκεια αυτής της νοσηλείας, αντιλήφθηκε τελικά ότι ήταν ανώφελο γι’ αυτήν να προσπαθήση να ξεφύγη από την προσπάθεια για την ολοκλήρωσή της, επειδή σ’ αυτήν την περίπτωση, το «στρογγυλό αντικείμενο» (κατ’ εξοχήν σύμβολο της ολότητας) απλώς θα την καταδίωκε. (Με τον ίδιον τρόπο, όπως και στο έργο του Francis Thomson «Το λαγωνικό του ουρανού», Βοστώνη, Branden Press).

Ο Jung μού έλεγε συχνά ότι οι άνθρωποι σπάνια αφομοιώνουν αυτά που τους λέει κάποιος άλλος, έστω και ένας ψυχαναλυτής, στον οποίον μπορεί να έχουν μιαν ισχυρή μεταβίβαση. «Τα πράγματα που τους δίνονται από το ίδιο τους το ασυνείδητο είναι αυτά που δημιουργούν μια μόνιμη εντύπωση», έλεγε ο Jung. Η Anna Marjula μού έμαθε την αλήθεια αυτής της δήλωσης πιο ζωντανά από οποιονδήποτε ή ο,τιδήποτε άλλο. Τα πρώτα χρόνια της ανάλυσής της τίποτε δεν είχε κάνει σ’ αυτήν κάποια διαρκή εντύπωση. Αν και είχε γίνει φανερή πρόοδος μέσα σ’ ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, οποιαδήποτε στιγμή μπορούσε ο animus να την καταστρέψη, όπως περιγράφει πολύ καθαρά η ίδια. Και η μεταβίβαση ήταν ένας πολύ αβάσιμος παράγοντας – όπως λέει επίσης η ίδια – επειδή, όσο θερμά και να αισθανόταν η Anna απέναντι στην αναλύτριά της, ο animus είχε το τελευταίο χαρτί για πολλά χρόνια, και το έπαιζε σε κάθε κρίσιμη στιγμή, μετατρέποντας την εμπιστοσύνη σε δυσπιστία και την αγάπη σε μίσος.

Με την Toni Wolff, την πρώτη γιουγκιανή της αναλύτρια, η Anna Marjula ζωγράφισε τις παράξενες εικόνες που υπάρχουν στο δεύτερο μέρος του βιβλίου της. Αυτές ήταν ήδη ένας πρόδρομος στην ενεργητική της φαντασία, κατά την οποία τα περιεχόμενα που ξεπηδούσαν από το ασυνείδητο καταγράφονταν πιστά με λέξεις. Ο Jung πάντα μας δίδασκε να είμαστε πολύ φειδωλοί στις ερμηνείες μας προκειμένου για την ενεργητική φαντασία, επειδή είναι πολύ εύκολο να σταματήσουμε τη ροή ή να επηρεάσουμε στοιχεία, που θα έπρεπε να πάρουν τη δική τους πορεία. Αυτή η σειρά από εικόνες δείχνει τη σοφία αυτής της στάσης πολύ καθαρά. Όπως βλέπει τώρα η ίδια η Anna, η ερμηνεία δεν θα βοηθούσε καθόλου εκείνην την εποχή· εάν λάβουμε, επιπλέον, υπ’ όψη μας το εκρηκτικό υλικό που η ίδια η Anna βρήκε αργότερα στις εικόνες, μια ερμηνεία θα μπορούσε θαυμάσια να πυροδοτήση μια καταστροφή. Η προσπάθεια εξάλλου να κατανοηθούν οι εικόνες – που η Anna άρχισε σχεδόν δεκαπέντε χρόνια αργότερα – θα ήταν απελπιστικά προκατειλημμένη με οποιαδήποτε εξωτερική ερμηνεία. Παρόμοιες ιδέες θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές μόνον εάν προέρχονταν από το ίδιο της το ασυνείδητο.

Όταν έφυγε από την Toni Wolff, η Anna ήρθε λίγους μήνες αργότερα σε μένα και εργαζόταν μαζί μου – με μεγάλα διαλείμματα, όταν ήταν στη χώρα της ή όταν ήταν άρρωστη – μέχρι το 1952, που εγώ πήγα στην Αμερική για μερικούς μήνες. Αυτό ήταν μια πολύ ευτυχής σύμπτωση για την Anna, επειδή πήγε τότε στην Emma Jung, στην οποίαν ανήκει ολοκληρωτικά ο έπαινος για τη θετική στροφή που πήρε η υπόθεση αυτή. Βλέποντας τα πράγματα με φρέσκο μάτι, η Emma Jung κατάλαβε ότι ο animus κυβερνούσε την Anna μέσω του «μεγάλου οράματός» της, και αχρήστεψε τα όπλα του περιφρονώντας το όραμα σαν «απλώς μιαν εντυπωσιακή γνώμη του animus”. Προτού βρη ο animus καιρό να ανασυνταχθή, η Emma Jung έκανε άλλον έναν ελιγμό, με την πρότασή της στην Anna να σταματήση οποιεσδήποτε άμεσες συζητήσεις με τον animus (που η Anna είχε προσπαθήσει να κάνη μαζί μου) προς το παρόν, και να εφαρμόση ενεργητική φαντασία άμεσα με κάποιο θετικό γυναικείο αρχέτυπο, όπως η Μεγάλη Μητέρα, αντί γι’ αυτές. Ήταν απίθανο εγώ να σκεφθώ αυτήν την προσέγγιση, επειδή, παρόλο που οι θηλυκές αρχετυπικές μορφές είχαν βοηθήσει πολύ στην ενεργητική μου φαντασία, μέχρις εκείνην την εποχή το είχαν κάνει σιωπηλά· μόνον οι αρσενικές μορφές ή η προσωπική σκιά ήταν πρόθυμες να μιλήσουν. Το αναφέρω αυτό επειδή δείχνει ότι δεν μπορεί κανείς να οδηγήση έναν αναλυόμενο στην ενεργητική φαντασία πιο μακριά από όπου έχει φθάσει ο ίδιος.

Είναι μάλλον ασυνήθιστο, κατά τη δική μου πείρα, που μια τέτοια ανώτερη θηλυκή μορφή όπως η Μεγάλη Μητέρα στο υλικό της Anna Marjula, ήταν πρόθυμη να κάνη τέτοιες μακριές συζητήσεις. (Έχω συναντήσει μόνο μιαν ακόμη περίπτωση, όπου υπήρχε επίσης ένας ασυνήθιστα ισχυρός animus). Μου φαίνεται σαν να κουράσθηκε η Μεγάλη Μητέρα, μια όψη καθαρά του Ταυτού, από τις τυφλές μας προσπάθειες και αποφάσισε να πάρη το θέμα στα χέρια της. Όπως και να έχη το πράγμα, όταν η Anna επέστρεψε σε μένα μετά τον θάνατο της Emma Jung, η ανάλυσή της ήταν οριστικά στα χέρια της Μεγάλης Μητέρας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος-ψυχαναλυτής είχε γίνει περιττός. Η Anna φοβόταν ακόμη αρκετά αυτές τις συζητήσεις· έβρισκε τη Μεγάλη Μητέρα τόσο πολύ απροσδόκητη και ανησυχητική μερικές φορές, που για μερικά ακόμη χρόνια έκανε αυτές τις συζητήσεις μόνον όταν ήταν στην Ελβετία, και μπορούσε να με συναντήση όταν αυτές ολοκληρώνονταν. Αυτό ήταν πολύ σοφό εκ μέρους της, γιατί – αν και νομίζω ότι οι συζητήσεις θα πείσουν τον αναγνώστη ότι κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν θα μπορούσε να είναι τόσο σοφό και διορατικό όσο αποδείχθηκε πως ήταν η Μεγάλη Μητέρα – αυτή ανήκει, οπωσδήποτε, σε μιαν άλλην πραγματικότητα, και δεν γνωρίζει τις ανθρώπινες συνθήκες και περιορισμούς. Μια ανθρώπινη επομένως συντροφιά είναι απόλυτα απαραίτητη σε τέτοιες βαθειές βουτιές όπως αυτές της Anna μέσα στο ασυνείδητο. Όπως είπε κάποτε ο Jung, χρειαζόμαστε την ζεστασιά της ανθρώπινης αγέλης όταν αντιμετωπίζουμε τα παράξενα πράγματα που γεννάει το ασυνείδητο.

Θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν είχα καμμιάν επίδραση στο κείμενο της Anna. Είπα μια μέρα ότι νόμιζα πως έπρεπε να φροντίση οι συζητήσεις της με τη Μεγάλη Μητέρα να διατηρηθούν. Αυτή απάντησε ότι θα φρόντιζε, σε περίπτωση θανάτου της, να μην καταστραφούν, αλλά να σταλούν σε εμένα. Άκουσα πολύ λίγα σχετικά μ’ αυτό το θέμα για μερικά χρόνια, ώσπου μου έφερε αυτό το χειρόγραφο στο οποίο δεν είχε γίνει, εκτός από κάποιες συντομεύσεις, σχεδόν καμμιά αλλαγή. Παραδέχομαι ότι θα προτιμούσα μιαν περισσότερο επιστημονική μορφή, με υποσημειώσεις, παραπομπές, ερμηνείες και τα λοιπά, αλλά οποιαδήποτε παρόμοια πρόταση μόνον ενοχλούσε και μπέρδευε την Anna. Αποφάσισα έτσι να το αφήσω – εκτός από μερικές ασήμαντες διορθώσεις – άθικτο, για να σταθή ή να πέση σαν μια ανθρώπινη μαρτυρία. Κατά μια σημαντική έννοια, ε ί ν α ι επιστημονικό: είναι τίμιο, χωρίς καμμιάν παρέκκλιση, και μπορώ να βεβαιώσω ότι τίποτε σ’ αυτό δεν έχει διαστρεβλωθή, μεταβληθή ή «βελτιωθή».

Διαβάζοντας τις ερμηνείες της ίδιας της Αnna, ο αναγνώστης θα πρέπη να γνωρίζη ότι η Anna είναι συναισθηματικός τύπος. Η σκέψη είναι η κατώτερη λειτουργία της, αλλά χρησιμοποιείται αναγκαστικά στις ερμηνείες της. Έχουν επομένως αυτές τον ιδιότυπα αποδεικτικό και άκαμπτο χαρακτήρα που είναι χαρακτηριστικός για ανθρώπους αυτού του τύπου.

Η Anna έγραψε την αφήγησή της παίρνοντας τη μορφή ενός φανταστικού ομιλητή, για να δώση στον εαυτό της περισσότερη απόσταση από το υλικό της. Οι ερμηνείες της έχουν επομένως ένα υποκειμενικό χρώμα: είναι οι ερμηνείες που τη βοήθησαν, και που ταίριαζαν ειδικά στην περίπτωσή της. Αλλά δεν θα έπρεπε να βγουν γενικά συμπεράσματα όσον αφορά σε άλλες περιπτώσεις απ’ αυτές, επειδή η αξία τους είναι αποκλειστικά ατομική. Επαληθεύουν την πεποίθηση του Jung ,ότι οι άνθρωποι παίρνουν μόνον ό,τι είναι ο υ σ ι α σ τ ι κ ό από το ασυνείδητό τους. Το ασυνείδητο της Anna τη δίδασκε έ τ σ ι, αλλά το δικό σας ή το δικό μου θα μας δίδασκε α λ λ ο ι ώ ς, με τρόπο που να ταιριάζη στο ατομικό μας πρότυπο· δεν θέλω να γενικεύσω επομένως αυτό το ατομικό χρώμα με οποιαδήποτε καθολική ερμηνεία.

Ο αναγνώστης θα πρέπη να θυμάται την ατομική οπτική γωνία, ιδιαίτερα όταν η Anna μιλάει για τον Θεό: εννοεί πάντα την εικόνα του Θεού μέσα της. Όταν αναφέρεται στον Θεό, αναφέρεται στην υποκειμενική εικόνα αυτής της μορφής. Το εξηγεί η ίδια αυτό το σημείο, αλλά εάν γίνη κάποια παρανόηση εδώ, φαντάζομαι ότι ο αναγνώστης δικαιολογημένα θα νοιώση σοκ για μερικά από τα πράγματα που λέει η Anna για τον Θεό, τον Χριστό και τον Σατανά.

Για να κάνω τον αναγνώστη να καταλάβη καλύτερα το προσωπικό και ψυχολογικό τραύμα που βάραινε την Anna στον αγώνα της να αποκτήση περισσότερη συνειδητότητα και να ξεπεράση τη νεύρωσή της, αναφέρω στη συνέχεια μια περίληψη του ιστορικού της, που καλύπτεται με περισσότερες λεπτομέρειες από την παρουσίαση της περίπτωσής της από την ίδια.

Στα πρώτα παιδικά της χρόνια και στην εφηβεία της υπέφερε η Anna, ένα προικισμένο και έξυπνο παιδί, βιασμούς της θηλυκότητάς της από τον ολοκληρωτικά ασυνείδητο και νευρωτικό πατέρα της. Έζησε επίσης τον πρόωρο, αφύσικο θάνατο όλων των μελών της οικογένειάς της: πρώτα της μητέρας της, έπειτα του μικρότερου αδελφού της, της αδελφής της, και τελευταία του πατέρα της.

Οι εμπειρίες της με τον πατέρα της την έκαναν ντροπαλή, ανασφαλή και ανίκανη να έχη ομαλές σχέσεις με νέους άνδρες όταν ωρίμασε. Αυτό ακολουθήθηκε δυστυχώς από μιαν αγάπη με δυσάρεστη ανταπόκριση για τον φροϋδιανό ψυχαναλυτή της. Έζησε μ’ αυτό το πρόβλημα μέχρι τα μέσα της ζωής της, όταν άρχισε γιουγκιανή ψυχανάλυση στην Ελβετία.

Συμπερασματικά νομίζω ότι οφείλουμε στην Anna ένα χρέος ευγνωμοσύνης, επειδή μας επέτρεψε τη δημοσίευση αυτού του υλικού – πράξη γενναιοδωρίας που είναι συνηθισμένη στο επάγγελμά της, επειδή οι δημιουργικοί άνθρωποι σε όλες τις τέχνες εκπαιδεύονται να εκθέτουν συνεχώς τις πιο εσωτερικές τους αντιδράσεις στο κριτικό μάτι τού κοινού.
(συνεχίζεται)
Αμέθυστος