Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

« Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τον δούλον σου » .


Όλη η βάση είναι η ποιότητα της προσευχής. Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, να γίνεται από πόνο. Για τον Θεό δεν μετράει τόσο η ποσότητα της προσευχής όσο η ποιότητα. Η προσευχή που γίνεται στα μοναστήρια έχει ποσότητα, αλλά δεν φθάνει αυτό. Τόσες ώρες προσευχή που γίνεται από τόσα άτομα, αν ήταν καρδιακή, θα είχε αλλάξει ο κόσμος. Για αυτό σκοπός είναι οι Ακολουθίες να γίνωνται από την καρδιά.

Οσίου Παϊσίου Αγιορείτου.!

https://www.facebook.com/%CE%91%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%A0%CE%B1%CF%8A%CF%83%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%91%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%BF%CF%85-1566462536930889/?fref=photo

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Τα δάκρυα της χαράς και η χαρά των δακρύων.

 Ο άνθρωπος ζη κάθε ημέρα μέσα σε ένα τρελό μεθύσι, σε μιά ευφροσύνη, σε μία ικανοποίηση, σε μία «ευτυχία» και «ανάπαυσι», σε μία ευαρέσκεια και αυτάρκεια. Κάθε ημέρα αναπαύεται σε ένα στρώμα το οποίο προέρχεται από τις ποικίλες αμαρτίες του, στην πραγματικότητα όμως πίνει και τρώει τον ευατό του, ζυμώνει το είναι του με τον εαυτό του.
Διότι, ποιος θα μπορούσε να επιζήσει και στον μεγαλύτερο πόνο, αν δεν είχε κάποια χαρά; Έχω την χαρά της γυναικός μου, την χαρά της ελπίδος, της αναγνωρίσεώς μου, του χρήματός μου, ποικίλες χαρές. Κάθε φορά βρίσκω και κάτι. Μπορεί να διαβάσω ένα περιοδικό και να με απορροφήση πέντε ώρες. Αυτή η απορρόφησις είναι μία μέθη άνευ οίνου. Γνωρίζομε όμως ότι δεν είναι δυνατόν ο πιστός να έχει αληθινή ευφροσύνη χωρίς δάκρυα και αληθινή χαρά χωρίς λύπη. Δεν είναι δυνατόν επίσης να υπάρχει κατα Θεόν λύπη, δηλαδή μετάνοια αληθινή, άνευ της χαρμονής, άνευ της χαράς του Χριστού, άνευ της παρουσίας Του. Η λύπη είναι κατά Θεόν όταν είναι χαρμολύπη, και η χαρά είναι αληθινή, όταν βγαίνει από τα δάκρυα της μετανοίας.

Είναι λοιπόν δυνατόν ο άνθρωπος να χαίρεται, να έχει χίλιες δύο ικανοποιήσεις, επιθυμίες ή ενέργειες, να είναι ή να φαίνεται χαρούμενος, αλλά η χαρά του να είναι ψευδής, αν δεν υπάρχει ο οίνος των δακρύων. Μόνον τα δάκρυα δίνουν την αληθινή μέθη. Αλλά και όσα δάκρυα δεν χαρίζουν την μέθη, την χαρά, την ευτυχία, είναι ψευδή, εγωπαθή, μειονεκτικά, αρρωστημένα, δαιμονιώδη, δεν είναι πνευματικά. Τα δάκρυα δεν έχουν αυτά καθ’ εαυτά σημασία. Η σημασία τους έγκειται  στην μέθη την οποία προκαλούν, η δε μέθη ελέγχεται για το γνήσιό της από το αν προέρχεται από τον αληθινό οίνο. Γι’ αυτό ο αββάς Ησαΐας λέγει, έως πότε θα έχω χαρές χωρίς δάκρυ μετανοίας; Και έως πότε τα μάτια μου θα βγάζουν δάκρυα, χωρίς να έχω μεθύσι, χωρίς να είμαι χαρούμενος;
Πόσες φορές εμείς μετανοούμε και δεν έχουμε χαρά! Είναι βέβαιο τότε ότι θα ξαναπέσουμε. Πόσες φορές εξομολογούμεθα και δεν πυρπολείται και δεν μεθάει η καρδιά μας! Προφανώς, είναι ψεύτικος αυτός ο οίνος. Πόσες φορές πιστεύουμε ότι βρήκαμε την αλήθεια ή την χαρά, αλλά δεν έχουμε τον οίνο, το δάκρυ το πνευματικό! Έως πότε λοιπόν θα είναι ψεύτικη η χαρά μου, η λύπη μου, ψεύτικες οι μετάνοιές μου, όλες οι προσφορές μου και οι θυσίες μου για τον Θεό; Εώς πότε θα αμελώ και θα ζω αυτή την ψευδότητα;
Έχω μεθύσι, αλλά δεν έχω οίνο, δεν έχω δάκρυ, διότι η σκληρότητα της καρδιάς μου, που επαχύνθη, που ελιπάνθη, εξήρανε τους οφθαλμούς μου. Από την καρδιά βγαίνουν όλα. Όταν είναι σκληρή η καρδιά, τί να βγάλουν τα μάτια;
Είναι η περιπέτεια της ζωής μας, λόγω των ποικίλων φροντίδων και ενδιαφερόντων μας. Κάθε φορά δηλαδή κάτι μας απασχολεί, κάτι γυαλίζει στα μάτια μας ως επιθυμία. Σήμερα με απασχολεί να πετύχω αυτό, αύριο να διαμορφώσω το μοναστήρι μου κατά τον καλύτερο τρόπο. Κάθε φορά κάτι σαν σαράκι τρώει και σκληραίνει την ρίζα της καρδιάς μου και εν συνεχεία της κεφαλής μου και με αχρηστεύει.
Ο περισπασμός της διανοίας και της καρδιάς είναι η οριστική αχρήστευσις του ανθρώπου. Η φροντίδα, όπως λέγει και η Αγία Γραφή, οδηγεί σε αδιέξοδα. Επιθυμώ και δεν έχω. Επιθυμώντας και μη έχοντας, ή επιδιώκω περισσότερο την πραγματοποίηση τους, ή αναζητώ άλλους ορίζοντες, για να μπορώ να έχω δικό μου μεθύσι, δική μου χαρά. Έτσι, περιπίπτω σε έναν περισπασμό της καρδιάς, ζω από εδώ και από εκεί, ζω παντού, δεν ζω όμως την δική μου ύπαρξη. Το αποτέλεσμα αυτών των ποικίλων απασχολήσεων και περισπασμών είναι να ξεχνάω τα πάντα. Ξεχνάω ότι δεν έχω οίνο, ξεχνάω την λήθη που γεννιέται μέσα μου.
Τί σημαίνει λήθη; Έχω, λόγου χάριν, λήθη του τάδε προσώπου, σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό είναι ανύπαρκτο για μένα. Επομένως όταν ο αββάς Ησαΐας λέγει «ο περισπασμός της καρδιάς μου εποίησέ μοι λήθην» σημαίνει ότι το αποτέλεσμα της λήθης είναι μέσα μου, εγώ είμαι ο τόπος της απουσίας του Θεού. Οι φροντίδες μου και οι επιθυμίες μου με τα οποία ζω, μου απομακρύνουν τον Θεόν· γίνομαι ως άθεος εν τω κόσμω.
«Έως την ώρα του σκότους». Επειδή έχω μεθύσια, ζω νομίζοντας ότι έχω Θεόν, μέχρι την ώρα που θα γλιστρήσω μέσα στο σκοτάδι. Πλησιάζει η τελευταία στιγμή της ζωής μου, κατά την οποία «ουκ έστιν ο μνημονεύων σου», και ακόμη δεν ανεκάλυψα ότι ζω χωρίς Θεόν.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της χαράς χωρίς δάκρυ και των δακρύων χωρίς χαρά.
από το βιβλίο: ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ
αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου 
εκδ.:ΙΝΔΙΚΤΟΣ
imverias.
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Τήν Παναγιά νά μή τήν κάνεις ζητιάνα!

  χείρ Ἰωάννου ζωγράφου, 1663. Τοιχογραφία ἀπό τό Καθολικό τῆς Ι. Μ. Ἄνω Ξενιᾶς. 

Καταρρακτώδης ἔπιπτε ἡ βροχή ἐπί τοῦ δασώδους ὄρους ἐκεῖνο τό πρωινό τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1998, κατακλύζουσα τόν ἀθέατον θύλακα, εἰς τάς παρυφάς τοῦ ὁποίου, ἐπί πλατώματος ἱκανοῦ σχηματίζοντος ἀχειροποίητον ἐξώστην, ἔκειτο μονή ἀρχαία, κτισμένη κατά πώς ἔλεγον οἱ παλαιοί τήν ἐποχή τῶν Μακεδόνων.

 Καθημαγμένη ὑπό τῆς φθορᾶς τοῦ χρόνου, ἕνεκα τῆς καταστροφικῆς μανίας τῶν κατακτητῶν κατά τό πρόσφατον καί ἀπώτερον παρελθόν καί τῆς ἐπελθούσης ἐρημώσεως, ἀνέθαλλεν πάλιν ὑπό τάς ἀόκνους προσπαθείας τοῦ διανύοντος τήν πέμπτην δεκαετίαν τοῦ βίου του ἡγουμένου καί τῆς περί αὐτόν συναχθείσης σμικρᾶς ἀδελφότητος. Ἀλλά ἀληθινός κτήτωρ καί προστάτις τῆς μονῆς ἦτο ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, εἰς τήν ὁποίαν ἦτο ἀφιερωμένο τό Καθολικόν, τό διασωθέν τοῦ ἐμπρησμοῦ μέ δικήν της θαυματουργόν παρέμβασιν· τοῦτο δέ διηγοῦντο πολλάκις οἱ αὐτόπται μάρτυρες, εἷς προβεβηκώς ἤδη ἀδελφός τῆς μονῆς καί κάτοικοι τοῦ παραπλησίου χωρίου. 

 Ἐκείνη τήν ἡμέρα ἡ θύρα τῆς μονῆς παρέμεινε κεκλεισμένη· προσκυνητές, πέραν τῶν Κυριακῶν καί μεγάλων ἑορτῶν, σπανίως διέσχιζον τόν κακοτράχαλον χωματόδρομον, ὁ ὁποῖος ἕνωνε τήν ἐσχατιάν τοῦ ὄρους μέ τό σμικρόν χωρίον, τό ὁριοθετοῦν τόν κόσμον· πολλῷ δέ μᾶλλον δέν ἀνεμένετό τις νά ἀποτολμήσῃ, ἐν μέσῳ τῆς θυέλλης, τοιαύτην ἀνάβασιν. Μετά τήν πρωινήν ἀκολουθίαν, ὁ ἡγούμενος ἡτοιμάζετο νά μεταβῇ εἰς τήν πόλιν διά τήν ἐξυπηρέτησιν ἐπειγούσης ἀνάγκης, ὡστόσον ἀνέβαλλεν τήν ἀναχώρησίν του ἀναμένων ὅπως κοπάσῃ ἡ κακοκαιρία. Ἀνησύχει δέ μᾶλλον οὐχί διά τόν καιρόν ἀλλά μήπως δέν ἐπαρκέσουν τά χρήματα, καθότι ἅπαντα εἶχον δαπανηθῆ διά τάς ἐργασίας τῆς ἀνοικοδομήσεως, ὑπελείπετο δέ μεγάλον χρέος εἰς τόν μαραγκόν, ὅστις καλῇ τῇ πίστει εἶχε κατασκευάσει τάς θύρας καί τά παράθυρα. Διά τήν ἀνακούφισιν τοῦ χρέους εἶχε συνεννοηθεῖ μέ φίλον του ἱερέα τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ὅπως μεταφέρωσι τήν ἐφέστιον εἰκόνα τῆς μονῆς, ἀναπαριστῶσαν τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, διά νά τελέσωσι ἱεράν ἀγρυπνίαν κατά τήν ἑορτήν τῶν Εἰσοδίων, συνδυάζοντες, κατά συνήθη παλαιάν καί ἁπανταχοῦ τακτικήν, τόν ἁγιασμόν τῶν πιστῶν μετά τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως. 

 Πλησίαζε ἡ μεσημβρία, ὅταν ἠκούσθη ὁ κώδων τῆς ἐξώθυρας, εἷς δέ τῶν μοναχῶν ἔσπευσεν νά ἀνοίξῃ. Ἔξωθεν αὐτῆς, ἀσκεπής ὑπό τήν βροχήν, ἀνέμενεν ἄγνωστος ἀνήρ. - Θέλω νά προσκυνήσω τήν Παναγιά, εἶπε, γιατί μέ ἔσωσε ἀπό βέβαιον θάνατον. Ὁ ἀδελφός ἄνοιξε τό Καθολικόν καί τόν ἄφησε νά προσευχηθῇ ἐνώπιον τῆς παλαιᾶς εἰκόνος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὅταν ἐκεῖνος ἐξῆλθε, τόν ὡδήγησε εἰς τό μικρόν ἀρχονταρίκιον καί ἀπεσύρθη διά νά ἑτοιμάσῃ τό κέρασμα. Ὄταν ἐπέστρεψε μέ τόν δίσκον, εἶδε εἰς τό τραπέζι ἕναν σωρόν ἀπό χαρτονομίσματα.
 - Αὐτά εἶναι γιά τό μοναστήρι, εἶπε ὁ ἄγνωστος, καί σᾶς παρακαλῶ, θά ἤθελα νά ὁμιλήσω μέ τόν ἡγούμενον. Ἔτρεξε τό καλογέρι νά τόν φωνάξῃ.
 - Γέροντα, ἦλθε ἕνας ξένος, πρώτη φορά τόν βλέπω. Θέλει νά σᾶς μιλήσει καί ἔχει φέρει ἕνα μάτσο χιλιάρικα! 
 Σταυροκοπήθηκε ὁ ἡγούμενος, καί ἐντός ὀλίγων λεπτῶν εἰσῆλθε εἰς τό ἀρχονταρίκιον. Μετά τό καλωσόρισμα καί τάς ἀρχικάς συστάσεις, εἰσῆλθεν ὁ ξένος εἰς τόν σκοπόν τῆς ἐπισκέψεώς του.
 - Ἅγιε ἡγούμενε, μέ τήν ἐκκλησίαν δέν εἶχον ποτέ πολλάς σχέσεις, πιστεύω ὅμως εἰς τόν Θεόν καί εἰς τήν Παναγίαν. Ἦλθον σήμερα ἐδῶ ἐπειδή ἡ Παναγιά μέ διέσωσε ἀπό ἀτύχημα καί μοῦ ὑπέδειξε ἡ ἴδια νά ἔλθω. 
- Πῶς ἔγινε τοῦτο; 
- Τό ἁμάξι μου διαλύθηκε ὁλοσχερῶς, λογικά ἔπρεπε νά εἶχα σκοτωθεῖ, ἀλλά σώθηκα δίχως τήν παραμικράν ἀμυχήν. Ἡ Παναγιά μέ ἔσωσε, προσευχήθηκα δέ παρακαλώντας την νά μοῦ ὑποδείξῃ τρόπους εὐχαριστίας. Τήν εἶδα εἰς τόν ὕπνον μου, μοῦ ἔδειξε τήν μονήν σας, δέν ἤξερα ὅτι ὑπάρχει μοναστήριον ἐδῶ. Δυσκολεύτηκα νά εὕρω τόν δρόμον, διά τοῦτο συγχωρήσατέ με πού ἦλθα σέ ἀκατάλληλον ὥραν. Ὁρίστε, πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές, μία μικρή εὐχαριστία πρός τήν Παναγία.
 - Μήν ἀπολογεῖσθε, ὁποτεδήποτε κτυπήσει κανείς τήν θύραν τοῦ ἀνοίγουμε, διότι εἶναι μουσαφίρης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τήν δοξάζουμε καί τήν εὐχαριστοῦμε μαζί σας διά τήν θαυμαστήν διάσωσίν σας. Εὐχαριστοῦμε καί σᾶς διά τήν βοήθειαν· ξέρετε, τό μοναστήριον ἦτο σχεδόν κατεστραμμένον καί προσπαθοῦμε νά τό ἀναστήσουμε.
 - Ἅγιε ἡγούμενε, αὐτός εἶναι ὁ δεύτερος λόγος, διά τόν ὁποῖον ἦλθα σήμερα, δίχως ἀναβολήν. Ἤ μᾶλλον ὁ κύριος λόγος. Ἐπί τοῦτο ζήτησα νά σᾶς ὁμιλήσω προσωπικῶς.
 - Δηλαδή; 
- Εἶδα τήν Παναγιά στόν ὕπνον μου, ὅπως σᾶς εἶπα, ἡ ὁποία μοῦ ὑπέδειξε τό μοναστήριον. Μοῦ εἶπε δέ καί τό ἑξῆς: «Νά πεῖς στόν ἡγούμενο νά μή μέ κάνει ζητιάνα!». Δέν τό εἶδα μίαν μόνον φοράν, ἀλλά καί δεύτερη καί τρίτην· ἡ τελευταία ἦτο ἐψές τό βράδι. Διά τοῦτο δέν ἀνέβαλλα ἄλλο καί ἦλθα σήμερον μέ τά χρήματα. 
- Ξέρετε, ἀναγκαζόμαστε νά στηριζόμαστε εἰς τήν βοήθειαν τοῦ κόσμου, διά τήν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων... οἱ πόροι τῆς μονῆς εἶναι πενιχροί καί δέν ἐπαρκοῦν, οἱ δέ ἀνάγκες πολλές καί μεγάλες... χρωστᾶμε καί .... 
- Πόσα χρωστᾶτε; Θά τά δώσω ἐγώ. Τήν Παναγιά, ὅμως, ἡγούμενε, μή τήν κάνεις ζητιάνα!
 - Εἶναι πολλά... εἶπε μέ πικρίαν ὁ ἡγούμενος.
 - Πόσα πολλά;
 - Πέντε ἑκατομμύρια.
 - Θά τά φέρω σέ ὀλίγες ἡμέρες. 
Παρῆλθον μερικές ἑβδομάδες καί μίαν πρωίαν τοῦ Νοεμβρίου ἐνεφανίσθη καί πάλιν ὁ θεόσταλτος ξένος εἰς τήν μονήν τῆς Ξενιᾶς. Ἔφερε μαζί του, ὅπως εἶχεν ὑποσχεθεῖ, τό ποσόν εἰς τό ἀκέραιον. Ἐπανέλαβε δέ εἰς τόν ἡγούμενον: 
«-Νά μή κάνεις τήν Παναγιά ζητιάνα». Καί ὡς κομήτης, ὅπως ἐφάνη οὕτω καί ἐξηφανίσθη. 
Ἐνωρίτερα εἰς τόν Ὄρθρον, ὑπό τό τρεμάμενον φῶς τῶν κανδῆλων, εἶχε ἀναγνωσθεῖ: «Τῇ ΙΒ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, τοῦ Ἐλεήμονος. Ἰωάννης πένησι δοὺς καὶ σκορπίσας, Ὢ ποῖα Χριστῷ νῦν παρεστὼς λαμβάνει! ᾬχετο ἀκτεάνων δυοκαιδεκάτῃ Ἐλεητής».

π. Χερουβείμ Βελέτζας
http://proskynitis.blogspot.gr/2016/01/blog-post_443.html

Γιώργος Λάππας :Το υλικό της τέχνης είναι η κληρονομιά της απανθρωπιάς


Της Άρτεμις Καρδουλάκη
Μια ιδιαίτερη περίπτωση στο χώρο της γλυπτικής στην Ελλάδα, είναι το έργο έρευνας και πειραματισμού του Γιώργου Λάππα. Ο καλλιτέχνης εισήγαγε στη  γλυπτική την οπτική του εξερευνητικού περιπλανητή πάνω στον κόσμο, ο οποίος περιεργάζεται τα φαινόμενα και τα μεταπλάθει σε γλυπτικές φόρμες. Έχοντας επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στον άνθρωπο, έχει παραγάγει έργα μοναδικής υπόστασης που φέρουν τα χαρακτηριστικά της πλαστικής του έρευνας.
Ο Γιώργος Λάππας γεννήθηκε στο Κάιρο το 1950. Σπούδασε κλινική ψυχολογία και εργάστηκε εθελοντικά σε ψυχιατρεία στο Όρεγκον και την Καλιφόρνια. Με υποτροφία που πήρε ερεύνησε τη γλυπτική των ινδικών ναών. Παρακολούθησε μαθήματα αρχιτεκτονικής στο Λονδίνο και στη συνέχεια μπήκε στην ΑΣΚΤ της Αθήνας όπου σπούδασε γλυπτική με καθηγητές τον Γ. Παππά και τον Γ. Νικολαΐδη. Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα πήγε στην Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. Έχει πραγματοποιήσει πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Στη συνέντευξη που έδωσε στα Νέα της Τέχνης μιλάει για τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του ταυτότητας, για το ρόλο του γλυπτικού χώρου στη δουλειά του, για το έργο του «Το κόκκινο ποτάμι» και για το ρόλο του στην εκπαιδευτική διαδικασία μιας και είναι καθηγητής της ΑΣΚΤ.

-Σήμερα είστε δάσκαλος Γλυπτικής στην ΑΣΚΤ. Πάνω σε ποιους άξονες στηρίζεται η διδασκαλία σας;
-Η δουλειά μου στη Σχολή Καλών Τεχνών είναι να ορίσω την κάτοψη του σπιτιού της Μούσας.
Το σπίτι αυτό είναι ναρκοθετημένο και επομένως διατυπώνω ασκήσεις που λειτουργούν ανιχνευτικά και άλλες που είναι πυροκροτητές. Πιστεύω ότι ανακαλώντας τις φαινομενικά αστείες ρήσεις των ασκήσεων, ένας καλλιτέχνης θα μπορέσει να τροφοδοτηθεί δια βίου από αυτές.
Ο αγαπημένος μου κριτικός και θεωρητικός της Τέχνης, στον οποίο μπορώ να στραφώ σε δύσκολη στιγμή, είναι ο Νασρεντίν Χότζας και μαζί του τα Σούφικα κείμενα και τα Βουδιστικά Κοάν.
Στην παλαιότερη γλυπτική, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, η δουλειά μας (προσθετική ή λαξευτική) θα μπορούσε ευσύνοπτα να ορισθεί ως κατασκευή γκρεμών (προς τα μέσα ή προς τα έξω). Το αληθινό ταλέντο του καλού γλύπτη είναι η ικανότητα να κουμαντάρει το ψυχικό υλικό του ιλίγγου.
Πιστεύω ότι υπήρξα καλός δάσκαλος γιατί έχω ένα πηγαίο χάρισμα κωμικού ηθοποιού. Μέσα από αυτό μπορώ να σπάω τον τρόμο του ιλίγγου και να βοηθώ τους φοιτητές να μανουβράρουν την έλξη του και να εποπτεύουν την έννοια του βάθους.
Η ιλιγγιώδης αιώρηση πάνω από έναν γκρεμό, ή παρατήρηση των φαινομένων αντήχησης μέσα στο υλικό και η διάπλαση της ελαστικότητας του γκελ της ψυχής τους όταν προσκρούουν στα τοιχώματα των γκρεμών είναι οι βασικοί άξονες της διδασκαλικής άσκησής μου.
-Έχετε σπουδάσει Κλινική Ψυχολογία. Πώς καταλήξατε να γίνετε γλύπτης;
-Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 1950. Έζησα τα πρώτα 8 μου χρόνια στο Κάιρο μέχρι τον επαναπατρισμό της οικογένειάς μου στην Αθήνα.
Καθημερινά συλλαλητήρια, εμπρησμοί, διώξεις Ελλήνων, δημεύσεις περιουσιών και αργότερα, στον πόλεμο του Σουέζ το ’56, οι βομβαρδισμοί της πόλης από Εγγλέζους και Γάλλους: Μια εξάχρονη ανάφλεξη της πόλης του Καΐρου, αυτή είναι η εικόνα της ζωής της ομογένειας εκείνη την περίοδο. Η σωτηρία μας οφειλόταν στη συσπείρωση της ομογένειας και τη δύναμη συνοχής της οικογενείας του παππού μου Γιώργη Λάππα.
Θυμάμαι με εξαιρετική καθαρότητα τον τρόπο που προετοιμάζαμε τη συσκότιση για τους βομβαρδισμούς, απλώνοντας σκούρες μπλε κόλλες στα παράθυρα. Αυτή η αίσθηση της φωτεινής πίεσης πίσω από ένα χρώμα είναι έντονα παρούσα στη δουλειά μου.
Ο πατέρας μου είχε γεννηθεί κι αυτός στην Αίγυπτο. Ήταν άνθρωπος συγχρόνως σώφρων και ευέξαπτος, με αχαλίνωτη φαντασία που μου την κληροδότησε ατόφια. Με γυρνούσε με το καρότσι ή στους ώμους, κι αργότερα με το αυτοκίνητο, σε όσα περισσότερα φαραωνικά μνημεία αντέχαμε να επισκεφθούμε. Κοντά στις πυραμίδες είχαμε για εξοχικό ένα μικροσκοπικό ξύλινο καλύβι. Γύρω μας σε κύκλο απλωνόταν η έρημος και μόνο σε ένα σημείο η περιφέρειά του κοβόταν από τις πέτρινες πατούσες της Σφίγγας.
Ο κόσμος σκέφτεται την Αίγυπτο σαν κομμάτι της Μεσογείου και έτσι είναι. Εγώ ευτύχησα να γνωρίσω την Αφρικανική πλευρά της από την γκουβερνάντα μου που καταγόταν από τα μέρη κοντά στο Σουδάν. Είχε την φήμη σοφής γυναίκας, για τη φυλή της ήταν ένα είδος θηλυκού μάγου. Αυτό το ξέραμε γιατί κατέφταναν συνέχεια χωριανοί της για να τη συμβουλευτούν. Ήμουν συνέχεια αγκιστρωμένος πάνω της και ‘κείνη μου τραγουδούσε και με χόρευε. Όταν κάποτε είχα εγχειριστεί και έπρεπε να ξαπλώνω με μια ορισμένη κλίση, στεκόταν σε μία περίεργη στάση, αγκαλιαζόμασταν και κοιμόμασταν και οι δύο σχεδόν όρθιοι. Πολλά από τα γλυπτά που έχω κάνει ανακαλούν τη στάση αυτή.
Η φαραωνική γλυπτική, τα ταφικά μνημεία και οι απανταχού παρούσες πομπές των ιερογλυφικών μου χάραξαν το μυαλό με τέτοια οξύτητα, που μπορώ να πω ότι αν υπάρχει μια σπονδυλική στήλη της ψυχής, τότε, όπως τα μεταλλικά τάστα στο λαιμό των εγχόρδων, έτσι και οι ψυχικοί σπόνδυλοί μου είναι κουρδισμένοι με απόλυτη ακρίβεια στις αναλογίες των αιγυπτιακών αγαλμάτων. Και όταν πραγματικά ζορίζομαι καλλιτεχνικά, προσπαθώ να εντείνω το ζόρι μου μέχρι ένα πολύ κρίσιμο σημείο πίεσης, να σπρώξω τον εαυτό μου προς ένα άκρο, μετά το οποίο όλα ξαφνικά λαμπικάρουν και μπορώ με διαύγεια να ανακαλέσω τη σοβαρή και σκοτεινή άπλα των αναλογιών που ορίστηκαν μέσα μου, για να φέρω εις πέρας το έργο μου.
Την Αθήνα εξέλαβα ευθύς εξαρχής σαν έδαφος εχθρικό, σαν τόπο εξορίας. Ο μαρασμός μου ήταν τόσο βαθύς, που αρχικά έπαθα μια ολική απώλεια της μνήμης της Αραβικής γλώσσας. Έπειτα, δεν αισθανόμουν νοσταλγία γιατί εγκαταστάθηκε στην ψυχή ένα πένθος χώρου.
Από τη μελαγχολία μου με ανέσυρε και με στύλωσε στα πόδια μου η επίδραση της ακτινοβολίας της τέχνης του Σωτήρη Σπαθάρη, στην οποία εκτέθηκα σε μεγάλες δόσεις επί 4 και πλέον χρόνια στη θερινή κατασκήνωση Χιδίρογλου. Ήταν ένας ασύγκριτος μάστορας της υποβολής, της εκδίκησης, της συγχώρεσης και της δικαιοσύνης. Στο μικροσκοπικό ακροατήριο του, (η κατασκήνωση ήταν γεμάτη παιδιά Αιγυπτιωτών και Ελλήνων της Αφρικής), μας έκλεβε την ψυχή, άλλαζε το σώμα μας και καίγοντας τα όριά του από μέσα προς τα έξω, όριζε μια πατρίδα από φως χωρίς έδαφος. Η βραχνή φωνή του, που άλλαζε συνέχεια τόνους καθώς υποδυόταν τόσους χαρακτήρες, κέρδιζε στη μέση της παράστασης παλμό σαν να αθροιζόντουσαν όλοι οι προηγούμενοι κυματισμοί σε μία και μόνο υπνωτική δέσμη, της οποίας το τρομακτικό και θριαμβικό βούισμα θύμιζε το ανεβοκατέβασμα της φωνής στο «θανάτω θάνατον πατήσας». Ήταν μοναδικός, όμοιος μόνο με την Ουμ Καλσούμ, την τραγουδίστρια της Αιγύπτου, στην κηδεία της οποίας ορισμένοι Άραβες αυτοκτόνησαν.
Από τις εμπειρίες μου αυτές, και από ελάχιστες παρόμοιες που είχα αργότερα, απέκτησα τη βεβαιότητα για τον εξής ορισμό: Έργο τέχνης=Το τέλος του ξένου κόσμου.
Στα 14 χρόνια μου είχα μία τέτοια τάση φυγής από την Αθήνα που, με την εμπιστοσύνη των δικών μου, έπαιρνα τα Σαββατοκύριακα, ή στις διακοπές, ένα λεωφορείο και έφτανα στις άκρες της χώρας, κυρίως στα κάτω παράλια της Πελοποννήσου και τη Μακεδονία. Κατέβαινα κάπου, σχεδόν στην τύχη, και περπατούσα ατελείωτες ώρες δίπλα στη θάλασσα. Προσπαθούσα να φανταστώ μία εικόνα της καλλιτεχνικής ζωής. Κουβαλούσα μαζί μου το «Πορτραίτο του Καλλιτέχνη» του Τζόυς, τα «Γράμματα σ’ ένα Νέο Ποιητή» του Ρίλκε, την «Ελληνική Γραμμή» του Περικλή Γιαννόπουλου, και του Humphreys το βιβλίο για το Βουδισμό. Αλλά και οι γονείς μου έφευγαν σε φυγόκεντρες τροχιές έξω από την Ελλάδα, για να ανανεώσουν τα Προξενικά διαβατήρια. Άρχισα και ‘γω να αλωνίζω τα μουσεία μαζί τους και, συγχρόνως, να κοιτάζω με προσοχή τη σύγχρονη τέχνη. Το πρώτο κύμα παραγωγής σχεδίων, ήρθε μετά από την επίσκεψη στο Kunsthistorische Museum της Βιέννης. Από το Ρούμπενς μεταπήδησα γρήγορα στον Κυβισμό κι έπεσα στην Pop.
Στα 16, το δωμάτιό μου έμοιαζε με αναδρομική του Wesselmann. Όλα πήγαιναν πρίμα, μέχρι που οι γονείς και οι θείοι μου, πρόσφυγες ανήσυχοι για το μέλλον των παιδιών τους, μας πρότειναν να πάμε για διαγνωστικά τεστ σ’ ένα κέντρο Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Τα δικά μου αποτελέσματα, όπως μας ανακοίνωσαν, ήταν εξαιρετικά σε όλους τους τομείς, εκτός από έναν. Εκεί η καταδίκη μου ήταν σίγουρη, στον Καλλιτεχνικό. Σε όλες ανεξαιρέτως τις ερωτήσεις καλλιτεχνικής κρίσης είχα μηδενιστεί. Έμεινα εξωτερικά ψύχραιμος, και ορκίστηκα να φύγω όσο πιο μακριά μπορούσα τελειώνοντας το Γυμνάσιο, όπερ κι έγινε. Στα 19 μου χρόνια εγκαταστάθηκα στο Όρεγκον, δίπλα στον Ειρηνικό Ωκεανό. Γράφτηκα στο Κολέγιο του Reed, ένα ίδρυμα εξαιρετικό, σκληρό και ριζοσπαστικό. Από τα πρώτα μαθήματα που διάλεξα ήταν τα καλλιτεχνικά - τα άφησα κακήν κακώς. Προερχόμουν από την Παλιά Ευρώπη και είχα προσγειωθεί σ’ ένα φυτώριο ψυχεδέλειας. Το σχέδιο, όπως το ήξερα και το αγαπούσα, ήταν απαγορευμένο. Τότε συνέβη κάτι που άλλαξε τη ροή της ζωής μου.
Στο μάθημα της Εισαγωγής στην Ψυχολογία έπαιζαν μια ταινία για τις άγνωστες, τότε, πειραματικές μελέτες του Στάνλεϋ Μίλγκραμ (1961), ενός κοινωνικού ψυχολόγου. Τα πειράματα αυτά τράβηξαν ένα πέπλο νάρκης από το μυαλό μου με το ρυθμό και τις αποκαλύψεις τους. Σ’ ένα νοικιασμένο, κάπως σκοτεινό χώρο, οι συμμετέχοντες στο πείραμα παγιδεύονταν να κατρακυλήσουν σε μια φονική πράξη (το θύμα ήταν ηθοποιός και ο θάνατος ψεύτικος). Ένα μεγάλο ποσοστό έφταναν στο φόνο, με την απλή ένδειξη ανάληψης της ευθύνης για την εκτέλεση της εγκληματικής πράξης από τον πειραματιστή και το Ίδρυμα του.
Τα πειράματα αυτά μου φάνηκε ότι στηρίζονταν σε ένα θεμέλιο κοινό με το είδος της μελέτης της τέχνης που ήθελα να αρχίσω και ότι ήταν από μόνα τους ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα, πάρα πολύ συγγενικό με την αρχαία τραγωδία. Κάθαρση, απόδειξη, υποβολή, κατάληψη της ψυχής, φαινόμενα και έννοιες που με απασχολούσαν από χρόνια, τα είδα μαζεμένα να αποτείνονται σε ‘μένα με τον τρόπο που περιεργάζονται το θεατή τους τα όντα στα χαρακτικά του Γκόγια, σ’ ένα είδος σκηνής, πολλά χρόνια πριν την άνθηση της performance.
Συνειδητοποίησα αμέσως, διαισθητικά, ότι το πεδίο στο οποίο αναφέρονταν οι μελέτες, μολονότι τυπικά ανήκε στην ψυχολογία, ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν σαν θεμέλιο της τέχνης μου!
Αμέσως εντάχθηκα στον κύκλο σπουδών της Ψυχολογίας και, βρίσκοντας μια επαφή μέσα από την καθηγήτρια της Κλινικής Ψυχολογίας, αποφάσισα να δουλέψω εθελοντής στους θαλάμους υψίστης ασφαλείας του Ψυχιατρείου του Salem. Ο ρόλος που μου ανέθεσαν ήταν αυτός του «διασκεδαστή» για τα γυναικεία και αντρικά τμήματα, δηλαδή του οργανωτή και επόπτη ψυχαγωγίας κυρίως μέσα στο ψυχιατρείο. Αυτοί οι δύο θάλαμοι βρίσκονταν στις άκρες ενός μακρινού διαδρόμου που θύμιζε γιγάντια θήκη καταψύκτη ιδωμένη από ποντίκι.
Ορισμένες μέρες της εβδομάδας, οι πύλες των 2 θαλάμων άνοιγαν και επιτρέπονταν επισκέψεις. Πιο σπάνια, οργανώναμε περιφρουρημένες εκδρομές σε μέρη παραδεισένιας ομορφιάς, που έμοιαζαν με ρώσικα δάση. Άλλοτε πηγαίναμε σε κλειστά γήπεδα για άσκηση. Οι πιο όμορφοι και μελαγχολικοί χώροι ήταν πρώην παγοδρόμια. Ήταν σχεδόν αρχαία, γκρίζα, πανύψηλα δώματα, όπου χορεύαμε στο ρυθμό μιας μουσικής από εκκλησιαστικά όργανα. Η μουσική ήταν διασκευασμένη για πατινάζ, αλλά εμείς, παρ’ όλα αυτά, ρυθμίζαμε τα βήματά μας και κινούμασταν απογειωμένοι αγκαλιά σαν ομάδα Αναστενάρηδων σε εξαιρετικά αργή slow motion.
Οι περισσότεροι ασθενείς στους θαλάμους υψίστης ασφαλείας είχαν φτάσει το κράτημά τους από τη ζωή και από τη φωνή τους, την εσωτερική και εξωτερική, στα άκρα. Εγώ όφειλα να φτιάχνω ένα συλλογικό κράτημα από τις κομμένες φωνές τους, αυτή ήταν η δουλειά μου ως διασκεδαστή.
Μέσα στα 3 χρόνια που έζησα και μελέτησα στο Salem μπόρεσα να αναποδογυρίσω την κατεύθυνση που παρ’ ολίγο να πάρει η πορεία της καλλιτεχνικής μου αναζήτησης. Εμπιστεύτηκα την διαίσθησή μου και τράφηκα από τις επικοινωνίες που δυνάμωσαν την ψυχή μου, όπως λέμε πως ορισμένα μωρά γλείφουν τα ντουβάρια για να πάρουν το ασβέστιο που τους λείπει.
Τον τέταρτο χρόνο στο Όρεγκον, κέρδισα μια υποτροφία Ελευθέρων Σπουδών, πολυπόθητη στο Κολέγιο, για την Ινδία. Αφού πήρα το πτυχίο μου, έφυγα για την έρημο του Ρατζαστάν, αρχικά, και έπειτα ξεκίνησα να εξακτινώνω τις πορείες μου προς όλες τις κατευθύνσεις της μεγάλης χώρας. Η υποτροφία είχε χαρακτήρα καλλιτεχνικό. Ξεκίνησα μελετώντας επικές ζωγραφιές σε πανί, έπειτα ανάγλυφες παραστάσεις των ναών και, τέλος, τους ναούς τους ίδιους σαν ατόφια γλυπτά. Απ’ το πολύ να γυρίζω, γύρω-γύρω, ξανά και ξανά, για να δω προσεκτικά τις επικές παραστάσεις στην επιφάνεια των ναών, άρχισε να κατακάθεται στο βάθος της αντίληψής μου, μια ιδέα ενός ομοιογενούς βάρους με ακτινωτή κάτοψη.
Η εικόνα αυτή συνδέθηκε με την αίσθηση των πυραμίδων και αποτέλεσε το δεύτερο βήμα, μετά τα πειράματα του Μίλγκραμ, της εκπαίδευσής μου. Μετά από ένα χρόνο, μάζεψα το υλικό μου και γράφτηκα στην Α. Α, μια γνωστή Αρχιτεκτονική Σχολή του Λονδίνου, έχοντας στόχο να συνδέσω το υλικό και να πλευρίσω την καλλιτεχνική σταδιοδρομία από ‘κει. Έπειτα, αποφάσισα να γυρίσω στην Αθήνα και να πιάσω το νήμα από εκεί που το είχα αφήσει στα 19 μου χρόνια, να δώσω εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών.
-Τι σημασία έχει για σας η έννοια Γλυπτικός Χώρος;
-Οι μεγάλοι πολιτισμοί χειρίστηκαν τη γλυπτική σαν ένα μέσο ενατένισης της θεμελιώδους συνύπαρξης ενός δοχείου μέσα σ’ ένα άλλο:
Ένα σώμα στο σύμπαν που βρίσκεται σ΄ ένα άλλο σύμπαν, ένα μωρό στη μήτρα, μια καρδιά στο σώμα, μια φούσκα που αιωρείται σαν μια σπηλιά κλπ.
Στη σύγχρονη γλυπτική είναι φανερό ότι το έξω δοχείο έλιωσε, λιώνει και το μέσα. Ο ήχος, ο ρυθμός, η εκπομπή σχεδόν συμπαγών νεφελωμάτων από μυριάδες εικόνες, θα αντικαταστήσουν την ύλη όπως την ξέραμε όχι όμως και το βάθος. Όμως, ο χώρος στη γλυπτική, όπως και ο χρόνος στη μουσική, καμία δεν έχουν σχέση με τις καθημερινές τους έννοιες ή αυτές που συναντάμε στα θεωρητικά βιβλία. Είναι πλαίσια διασωστικά, κομμάτια της ζωής όπου ο καλλιτέχνης επιτελεί ένα σωστικό έργο, μια σωτηρία για τον ίδιο και αυτούς που μετέχουν στο γλυπτικό χώρο. Ο καθένας βασίζει τη σωστική του μέθοδο στην εμπειρία ενός συμβολικού ή παρ’ ολίγο αληθινού θανάτου.
-Το έργο «Κόκκινο Ποτάμι» μοιάζει να έχει μια ιδιαίτερη σημασία για σας. Για ποιο λόγο;
-Έχω μάθει ότι καθώς πορευόμουν προς την έξοδο της μήτρας της μητέρας μου για να γεννηθώ, ο λώρος είχε τυλιχτεί γύρω από το λαιμό μου και με έπνιγε σιγά-σιγά. Οι γιατροί έκαναν καισαρική και βγήκα, αλλά σε λίγο βρήκαν τη μητέρα μου, στην οποία είχαν κάνει μετάγγιση λανθασμένου τύπου αίματος, να τραντάζεται έτοιμη να πεθάνει και τη γλίτωσαν παρά τρίχα.
Αυτή η μανία που έχω στη σκέψη της δουλειάς μου για τη βάπτιση και το συμβολικό πνιγμό, καταλήγει στην κατασκευή γλυπτικών χώρων, όπως αυτόν του «Κόκκινου Ποταμιού», και μπορεί να συνδέεται με το γεγονός που μόλις είπα.
Όμορφοι σωστικοί χώροι υπάρχουν παντού, ακόμα και ορισμένοι όπου η βάπτιση και η γέννηση συνυπάρχουν, όπως στη Νότια Ιταλία, όπου μπορεί να ανακαλύψει κανείς στον πάτο μιας στέρνας, μια εμβαπτισμένη φάτνη. Αλλά και την Αλχημεία μπορεί κανείς να την εκλάβει σαν οδηγία για την κατασκευή αλυσιδωτών σωστικών χώρων.
Το υλικό της τέχνης είναι η κληρονομιά της απανθρωπιάς. Όλοι οι καλλιτέχνες θέλουν να γιατρέψουν αυτή τη δαιμονική κληρονομιά. Αλλά επειδή δεν είναι θεραπευτές και συγχρόνως επειδή θέλουν, την ώρα που δουλεύουν στο τραύμα, να ανακοινώσουν και στους θεατές τους και στους ίδιους τους εαυτούς τους την πράξη τους, μπερδεύονται, αφαιρούνται, η γιατρειά της δαιμονικής κληρονομιάς τους ξεγλιστράει, και καταντάμε να μην είμαστε παρά αφηρημένοι τραυματιοφορείς.

 http://www.artnews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=726%3A2010-04-30-09-03-13&catid=42%3Aellineskalitexnes&Itemid=401

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Άγιος Γρηγόριος, ο μεγάλος ποιητής και Θεολόγος (Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος)


Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (25 Ιανουαρίου)
Ο άγιος Γρηγόριος είναι ένας από τους πιο μεγάλους Πα­τέρες της Εκκλησίας. Κατέχει κεντρική θέση στις δύο τιμιότατες τριάδες: των θεολόγων και των ιεραρχών. Είναι ένας α­πό «τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος» (Βα­σίλειος, Γρηγόριος, Χρυσόστομος) και ταυτοχρόνως ο ένας από τους τρεις «θεολόγους» (Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, Γρηγόριος και Συμεών). Τα έργα του είναι σχετικά λίγα έχουν όμως βάθος και δύναμη και υπήρξαν πάντοτε η μεγαλύτερη πηγή των δογμάτων και η κυριότερη πηγή της υμνογραφίας και θεολογικής παραγωγής του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και του αγίου Κοσμά του Μαϊουμά. Ο «ύπατος των φιλοσόφων» Μιχαήλ ο Ψελλός, τον ονόμαζε: «ο Χριστιανός Δημοσθένης».
Grigorie Teolog
Ο Άγιος Γρηγόριος καταγόταν από τον Πόντο και γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της περιοχής της Ναζιανζού, την Αριανζό, το 330 μ.Χ. Ναζιανζηνός ονομάσθηκε, επειδή έζησε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στη Ναζιανζό, όπου ήταν και το πατρικό του σπίτι. Ο πατέρας του, ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Ναζιανζού, ήταν πριν γίνει Επίσκοπος ένας πολύ πλούσιος άρχοντας. Η μητέρα του, η Αγία Νόννα, ήταν Ορθόδοξη. Ήσαν άτεκνοι και μετά από συνεχείς προσευχές γεννήθηκε ο Γρηγόριος.
Οι γονείς του φρόντισαν να τον μορφώ­σουν και να του εμφυσήσουν την αγάπη προς τα γράμματα και τη χριστιανική πίστη. Έκανε λαμπρές σπουδές. Φοίτησε σε όλα τα τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμού: τη Ναζιανζό, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, την Καισάρεια της Παλαιστίνης, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια, την Αθήνα και άκουσε τους σοφότερους δασκά­λους. Το κοσμογύρισμα αυτό τον έκανε να καταλάβει τη ματαιότητα του κόσμου και ότι η ανθρώπινη γνώση είναι ασήμαντη μπρο­στά στη γνώση της σοφίας του Θεού. Μεγαλύτερο εύρημα των σπουδών του ήταν η γνωριμία και η φιλία του με τον Μ. Βασίλειο.
Σε ηλικία 30 ετών τελείωσε τις σπουδές του όμως δεν είχε ακόμη βαπτιστεί. Και αγωνιούσε να μην πεθάνει αβάπτιστος. Ενώ μετέβαινε από την Αλε­ξάνδρεια στην Αθήνα, έγινε μεγάλη τρικυμία. Τότε φοβήθηκε πολύ και παρεκάλεσε να τον ελεήσει ο Θεός, να βοηθήσει να μην πνι­γεί, για να αξιωθεί του ενδύματος του αγίου βαπτίσματος.
Μετά το βάπτισμά του  ακολούθησε συνειδητός πνευματικός αγώνας για την κάθαρση, την πνευματική πρόοδο, τη θέωση. Μαζί με τον Άγιο Βασίλειο απο­μονώθηκαν κάπου στον Πόντο, παραδόθηκαν στην προσευχή και την άσκηση και αξιώθηκαν μεγάλων πνευματικών χαρισμάτων.
Τα τέλη του έτους 360 μ.Χ. όταν γύρισε στη Ναζιανζό χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον γέροντα πατέρα του Επίσκοπο Ναζιανζού για να τον βοηθήσει. Αμέσως μετά τη χειροτονία του αποσύρθηκε στο ερημητήριό του, στη γαλήνη της νοεράς προσευχής. Όταν γύρισε για να αναλάβει το πνευματικό του έργο, δικαιολόγησε τη φυγή του στον περίφημο θεολογικό λόγο περί του Πάσχα. Ο Μ. Βασίλειος τον εξέλεξε Επίσκοπο της μικρής πόλεως Σάσιμα, στην οποία ουδέποτε πήγε. Έμεινε στη Ναζιανζό, ως βοηθός του πατέρα του, υποχωρώντας στην παράκλησή του. Και όταν εκείνος κοιμήθηκε, το 374 μ.Χ., συνέχισε να ποιμαίνει την Εκκλησία των Ναζιανζηνών, ως τοποτηρητής. Επειδή όμως αργούσαν να χειροτονήσουν τον κανο­νικό Επίσκοπο εγκατέλειψε την πόλη πήγε στη Σελεύκεια και έμεινε εκεί  σχεδόν πέντε χρόνια μελετώντας και συγγράφοντας.
 Το 379 οι λίγοι χριστιανοί τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη να αγωνιστεί για την ορθόδοξη πίστη, αφού εκεί επικρατούσαν οι Αρειανοί. Ο Άγιος Γρηγόριος δεν βρήκε ούτε ένα παρεκκλήσιο στα χέρια των Ορθοδόξων. Άρχισε να λειτουργεί και να κηρύττει σε ένα σπίτι που ο ίδιος διαμόρφωσε σε ναό και το ονόμασε Αγία Αναστασία, δηλαδή της Αναστάσεως της Ορθοδοξίας.
Η επίδρασή των κηρυγμάτων του και ιδιαίτερα των πέντε «Θεολογικών Λόγων» του ήταν τόση, ώστε οι φανατικοί Αρειανοί αποφάσισαν τον εξολοθρεύσουν. Τον έβρισαν, τον κακολόγησαν, τον κτύπησαν, τον λιθοβόλησαν και έβαλαν μάλιστα κάποιον να τον σκοτώσει. Νικημένος όμως από την πραότητά του ομολόγησε στον ίδιο την αλήθεια τη στιγμή που ήταν έτοιμος να τον σφάξει.
Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, τον κατέστησε το 380 μ.Χ. Πατριάρχη και τον ενθρόνισε στο ναό των Αγίων Απο­στόλων Κωνσταντινουπόλεως. Το 381 μ.Χ. συνήλθε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος. Πρόε­δρός της ήταν ο Άγιος Μελέτιος Αντιόχειας. Αυτή αναγνώρισε τον Άγιο Γρηγόριο ως κανονικό Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Μετά την κοίμηση του Αγίου Μελετίου τον διαδέχθηκε στην προεδρία της Συνόδου. Όταν αμφισβητήθηκε η κανονικότητα της εκλογής του ως Πατριάρχου από τον Πέτρο Αλεξανδρείας, παραιτήθηκε και επέστρεψε στη Ναζιανζό. Το 383 μ.Χ. η υγεία του κλονίσθηκε σοβαρά, αποσύρθηκε οριστικά στην ησυχία της Αριανζού, όπου και κοιμήθηκε με ειρήνη το 390 μ.Χ.
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Τι πρέπει να κάνει κάποιος, για να έχει ειρήνη στην ψυχή και το σώμα;

Ταπεινώσου και θα δεις πώς όλες οι συμφορές σου θα μετατραπούν σε ανάπαυση
Πρέπει ν΄ αγαπά όλους τους ανθρώπους, όπως τον εαυτό του, και να είναι κάθε ώρα έτοιμος για το θάνατο. Όταν η ψυχή θυμάται το θάνατο, ταπεινώνεται και παραδίνεται ολόκληρη στο θέλημα του Θεού και επιθυμεί να έχει ειρήνη με όλους και να τους αγαπά όλους.

Όταν έρθει στην ψυχή η ειρήνη του Χριστού, τότε είναι ευχαριστημένη να κάθεται, όπως ο Ιώβ, στην κοπριά και χαίρεται που βλέπει τους άλλους δοξασμένους και η ίδια είναι η πιο ασήμαντη από όλους. Το μυστήριο της κατά Χριστόν ταπεινώσεως είναι μεγάλο και άρρητο. Η ψυχή που αγαπά, επιθυμεί για κάθε άνθρωπο περισσότερα αγαθά παρά για τον εαυτό της, και χαίρεται να βλέπει τους άλλους να είναι πιο ευτυχισμένοι από την ίδια και θλίβεται, όταν τους βλέπει να βασανίζονται...
...Ο Κύριος αγαπά τους ανθρώπους. Εν τούτοις παραχωρεί τις θλίψεις, για να γνωρίσουν οι άνθρωποι την αδυναμία τους και να ταπεινωθούν και με την ταπείνωση να λάβουν το Άγιο Πνεύμα. Με το Άγιο Πνεύμα όλα γίνονται ωραία, χαρούμενα, υπέροχα...
... Λες: Με βρήκαν πολλές συμφορές. Εγώ, όμως, θα σου πω -μάλλον ο Κύριος ο Ίδιος λέει: Ταπεινώσου και θα δεις πώς όλες οι συμφορές σου θα μετατραπούν σε ανάπαυση, έτσι πού συ ο ίδιος έκπληκτος θα λες: Γιατί λοιπόν πριν βασανιζόμουν και στενοχωριόμουν τόσο; Τώρα, όμως, χαίρεσαι, γιατί έχεις ταπεινωθεί και ήρθε η χάρη του Θεού. Τώρα, και αν ακόμη μείνεις μόνο εσύ φτωχός στον κόσμο, δεν θα σε εγκαταλείψει η χαρά, γιατί δέχθηκες στην ψυχή σου την ειρήνη εκείνη, για την οποία λέει ο Κύριος: «Ειρήνην την Εμήν δίδωμι υμίν». Έτσι δίνει ο Κύριος σε κάθε ταπεινή ψυχή την ειρήνη Του, που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου.
* * *
Ο Κύριος δεν εμφανίζεται στην υπερήφανη ψυχή. Η υπερήφανη ψυχή, ακόμη και αν μελετήσει όλα τα βιβλία, ποτέ δεν θα γνωρίσει τον Κύριο, γιατί με την υπεροψία της δεν αφήνει μέσα της χώρο για τη χάρη του Αγίου Πνεύματος -και ο Κύριος γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα.
... Αν ήμασταν ταπεινοί, ο Κύριος από αγάπη θα μας αποκάλυπτε όλα τα μυστήρια. Αλλά η συμφορά μας είναι πώς δεν είμαστε ταπεινοί, υπερηφανευόμαστε και είμαστε ματαιόδοξοι για κάθε τι ασήμαντο κι έτσι βασανίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους...
... Είναι αξιολύπητοι οι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τον Θεό, και πονώ γι΄ αυτούς. Υπερηφανεύονται, γιατί πετούν· αλλά τί το αξιοθαύμαστο; Και τα πουλιά πετούν, και δοξάζουν τον Θεό. Και, όμως, ο άνθρωπος, το κτίσμα του Θεού, εγκαταλείπει τον Κτίστη. Αλλά σκέψου, πώς θα σταθείς στην Φοβερή Κρίση του Θεού; Πού θα πορευθείς ή πού θα κρυφτείς από το Πρόσωπο του Θεού;...
ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ
 http://www.agioritikovima.gr

Γιατί δεν μας αποκαλύπτεται ο θεός

Γιατί_δεν_μας_αποκαλύπτεται_ο_θεός (1)
Από το Γεροντικό
Είπε ο Αββάς Ολύμπιος: Κατέβηκε κάποτε ένας ιερεύς των ειδωλολατρών σε Σκήτη και ήλθε στο κελί μου και κοιμήθηκε. Και βλέποντας τη διαγωγή των μοναχών, μου λέγει: Έτσι ζώντας, τίποτα δεν σας φανερώνει ο Θεός σας; Και του λέγω: Τίποτε. Και μου λέγει: Και όμως εμάς, όταν ιερουργούμε στο θεό μας, τίποτε δεν κρύβει, αλλά μας αποκαλύπτει τα μυστήρια του. Ενώ σείς, τόσους κόπους κάνοντας, αγρυπνίες, ησυχίες και ασκήσεις, λες ότι τίποτε δεν βλέπετε;
Οπωσδήποτε λοιπόν, αν τίποτε δεν βλέπετε, λογισμούς αμαρτωλούς έχετε στις καρδιές σας και αυτοί σας χωρίζουν από το Θεό σας. Έτσι, δεν σας αποκαλύπτονται τα μυστήρια του.
Και πήγα και ανάφερα στους γέροντες τα λόγια του ιερέως. Και θαύμασαν και είπαν, ότι έτσι είναι. Γιατί οι ακάθαρτοι λογισμοί χωρίζουν τον Θεό από τον άνθρωπο.
Πηγή: isagiastriados.com
 http://amethystosbooks.blogspot.gr/2016/01/blog-post_355.html

Πώς απάντησε ο Καραμανλής στον Σμιτ όταν ο Γερμανός προσέβαλε την Ελλάδα!


 Πώς απάντησε ο Καραμανλής στον Σμιτ όταν ο Γερμανός προσέβαλε την Ελλάδα!
Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, περιγράφει το κάτωθι περιστατικό, του οποίου υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας:
Ο Kωνσταντίνος Καραμανλής συναντά τον Γερμανό Καγκελάριο Σμιτ και αυτός του λέει:
– «Ξέρετε, κύριε Πρόεδρε, η Ελλάδα δεν έχει τις οικονομικές προϋποθέσεις…» και ο Καραμανλής του απαντάει:
– «Εσείς που έχετε αιματοκυλήσει την Ευρώπη δύο φορές, έχετε το δικαίωμα να είστε μέσα στην Κοινότητα και εμείς που δώσαμε τα φώτα σε όλους εσάς, θα είμαστε εκτός;
Να ξέρετε, αυτό που σας λέω μεταξύ μας, τώρα που θα σταθούμε μπροστά στους δημοσιογράφους που μας περιμένουν έξω, θα το πω δημοσίως!».

Βγήκανε έξω, σταθήκανε μπροστά στους δημοσιογράφους και, πρώτος, δηλώνει ο Σμιτ:
– «Είμαστε υπέρ της Ελλάδας, πρέπει να μπει στην Κοινότητα».

 http://www.tribune.gr/history/news/article/207751/pos-apantise-o-karamanlis-ston-smit-otan-o-germanos-prosevale-tin-ellada.html

Γ. Τσαρουχης: Αν άρχιζα ξανά τη ζωή μου και είχα τη δυνατότητα να κανω ότι θέλω, θα έκανα καλλιέργεια της γης, θα μάθαινα να κάνω την τροφή μου, αντι να περιμένω τις ευκαιρίες στα καφενεία και το λανσάρισμα μου. Ηταν τρομερό αυτό το πράγμα, να περιμένεις να σε εκτιμήσουν άνθρωποι που δεν εκτιμάς, για να κερδίσεις λεφτά. Αυτό, σχεδόν. αγγίζει τα όρια της τρέλας...


https://www.facebook.com/katerina.kanaki.10?fref=photo

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

ΘΕΟΦΙΛΟΣ: Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΠΟΥ ΑΝΤΕΔΡΑΣΕ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Όταν στην Γαλλία, που ήταν το καλλιτεχνικό κέντρο της Ευρώπης μεσουρανούσαν ο Πικάσο ( για τη βιογραφία του ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ), ο Ματίς  (ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ) και άλλοι, στην Ελλάδα έζησε ταπεινά στο περιθώριο της ζωής και ζωγράφισε,  ο λαϊκός δικός μας Θεόφιλος.

Ο Θεόφιλος γεννήθηκε  στα 1867 στη Βαρεία της Μυτιλήνης.  Ήταν το πρώτο παιδί από τα 8 συνολικά της οικογένειας του (4 αγόρια και 4 κορίτσια). Οι γονείς του ήταν ο Γαβριήλ Χατζημιχάλης και η Πηνελόπη Ζωγράφου.
Ο Θεόφιλος σαν παιδί είχε ιδιαίτερα αδύναμη κράση  και  ένα "μέγα κουσούρι", όπως το θεωρούσαν τότε: Ήταν αριστερόχειρας.  Όλοι τον έλεγαν «ζερβοκουτάλα» και μισακάτη. Γονείς και δάσκαλοι προσπαθούσαν κάθε μέρα και βίαια να τον κάνουν δεξιόχειρα. Τον  τυραννούσαν,  να του αλλάξουν  τη φύση του δηλαδή. Έτσι  ο  Θεόφιλος κλείστηκε στον εαυτό του.   Δεν  έπαιζε   με τα άλλα παιδιά.  Βρήκε παρηγοριά στη ζωγραφική. Κατέβαινε στο υπόγειο του σπιτιού του που το χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη και ζωγράφιζε συνεχώς, ατελείωτες ώρες. Εκεί κλειδωμένος τραγουδούσε τα κλέφτικα τραγούδια.  Τραγουδούσε  μόνο  εκεί  για  να  μην  τον  ακούνε  γιατί όταν ήταν νήπιο πέρασε μιαν αρρώστια που τον έκανε να τραυλίζει. Αυτό αγωνιζόταν συνεχώς να το κατανικήσει  αλλά  η προφορά του δεν ήταν ποτέ καθαρή. Δεν  ήθελε  να  τον  ακούσει  ο  κόσμος  να  τραγουδάει  γιατί θα τον γιουχάριζε για τη δυσκολία της φωνής του.  Το  καθημερινό  του  κατέβασμα  στο  υπόγειο  για  μένα  έχει  και  συμβολικό  χαρακτήρα που  με  μαγεύει:   Ήταν  σαν να κατεβαίνει στα ενδότερα, στα πιο βαθειά μέρη της ψυχής του. Είναι εκπληκτικό!
ΘΕΟΦΙΛΟΣ 

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ  ΘΕΟΦΙΛΟΥ


Ο  Θεόφιλος ήταν μικρός, καχεκτικός, βιασμένος από όλους και αποτραβηγμένος από όλους. Όμως, αυτός αγάπησε την λεβεντιά! Και σύμβολο της η φουστανέλα που σε όλη την ζωή του δεν την αποχωρίστηκε από πάνω του για να εκδυτικιστεί με τα κουστούμια της εποχής που έτρεξαν να φορέσουν όλοι στην Ελλάδα,   ίσως  για  να  κρύψουν τον έλληνα με τα τσαρούχια και  την  κακομοιριά  που  ένοιωθαν  σε  αυτόν  μέσα  από  τόσα  χρόνια  σκλαβιάς,  που  τους  έκανε μάλλον   να  ντρέπονται.   





ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Στο σχολείο γέμιζε τα τετράδια του με ζωγραφιές: Καΐκια και γοργόνες. Στην Τρίτη δημοτικού σταματά το σχολείο. Ο πατέρας του τον στέλνει στο παπουτσάδικο του νησιού για να γίνει τσαγκάρης αλλά ο Θεόφιλος  το έσκαγε συνέχεια και πήγαινε τρεχάτος στον παππού του τον Κωνσταντή που ήταν αγιογράφος. Ο παππούς του έκανε αληθινά θαύματα μπροστά στα μάτια του!! Έπαιρνε απλά ξύλα και σανίδια και  τα μετέτρεπε σε αγίους!! Ο παππούς του τον λάτρευε. Τον κάθιζε στα πόδια του, τον αγκάλιαζε και του έδειχνε τη ζωγραφική του, του έλεγε ιστορίες: για τους βίους των αγίων, τους ήρωες του 1821, τον Μ. Αλέξανδρο. Αυτοί οι ήρωες θα αποτυπωθούν στο έργο του Θεόφιλου.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ


ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Στο σπίτι η μάνα του τον παρακαλά, αφού τσαγκάρης δεν γινόταν, να δουλέψει σαν βοηθός κτίστη δίπλα στον θείο του. Πήγε. Μια μέρα όμως, ο Θεόφιλος ζωγραφίζει πάνω σε έναν φρεσκοβαμμένο τοίχο μια γοργόνα που όταν την είδε ο θείος του έγινε έξαλλος και την έσβησε αμέσως.

Στην Μυτιλήνη, ο κόσμος τον κορόιδευε για την φουστανέλα, τον χλεύαζαν και έφθασαν ακόμα και να τον χτυπούν. Ο Θεόφιλος φεύγει. Το σκάει από το σπίτι του με πονεμένη ψυχή από την απάνθρωπη συμπεριφορά των συγχωριανών του. Ήταν 16 χρονών. Πηγαίνει στη Σμύρνη. Εκεί έκανε θελήματα στο ελληνικό προξενείο όπου δούλευε σαν θυρωρός. Παράλληλα ζωγράφιζε και κέρδιζε και από εκεί κάποια χρήματα. Πάντα με θέματα από την ελληνική ιστορία.  Εκεί, στη Σμύρνη, κάποιοι τον κατηγόρησαν στους τούρκους για αυτά, όταν ζωγράφιζε στο σπίτι του Δρουσάκη. Ο Δρουσάκης για να σώσει την κατάσταση, λέει πως ο Θεόφιλος είναι ένας τρελός και δεν αξίζει σημασίας. Ο τούρκος αξιωματούχος τότε είπε: «Αν τούτος είναι τρελός, ντροπή σε εμάς τους γνωστικούς».


ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Μετά τη Σμύρνη, ο Θεόφιλος πηγαίνει στη Μακρινίτσα στο Πήλιο και στο Βόλο. Στη ζώνη της φουστανέλας του, εκεί που έμπαιναν τα ντουφέκια, αυτός ζώνεται με πινέλα και χρώματα που τα έφτιαχνε ο ίδιος από τρίχες αλόγου και  για τα χρώματα κοπανούσε λουλούδια και χορτάρια που έβρισκε άφθονα στην φύση μαζί με κρεμμύδια και φλούδες ροδιού. Μετά τα ανακάτευε με τις μπογιές των μπογιατζήδων. Για να δέσουν όλα, κάποιες φορές πρόσθετε γάλα συκιάς ή αυγό.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ


ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Σε αυτά τα μέρη ζωγραφίζει τοίχους σε μικρά μαγαζιά, σε βαρέλια, στις ταβέρνες και όπου βρει.  Στα θέματα του προστίθενται πουλιά, δέντρα και λουλούδια. Θέματα καθημερινής ζωής, θρησκευτικά, ιστορικά και της παράδοσης μας. Ο Θεόφιλος έτσι κατάφερνε να επιβιώνει. Λίγα χρήματα ίσως, ένα πιάτο φαγητό και κρεμμύδια που ήταν η αδυναμία του. Συχνά έλεγε πως δεν πουλάει τα έργα του αλλά τα χαρίζει. Και δεν είχε άδικο. Μα, με τη ζωγραφική του δεν μπορούσε να ζήσει. Έτσι έκανε τον χαμάλη, ασβέστωνε τοίχους, ξεχορτάριαζε, κουβαλούσε νερό, και ότι άλλη δουλειά του ποδαριού έβρισκε.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Σαν άνθρωπος ο Θεόφιλος χαρακτηριζόταν από πραότητα, απλότητα, μοναχικότητα, πόθο να εκφραστεί μέσα από τη ζωγραφική, και κάπου -  κάπου, παίζει τη φυσαρμόνικα του. Και ενώ ο ίδιος δεν έκανε κακό σε κανέναν, το  ταπεινό   ύφος της  ζωής  του, αυτός που ήδη ανέφερα, προκαλούσε τους ανθρώπους που ζούσαν στον αντίποδα  και  έψαχναν  ευκαιρία  να  τον  κοροϊδεύουν.    Η καζούρα εναντίον του από μεγάλους και μικρούς αποτελούσε  την  καθημερινότητα  της ζωής του. Οι μικροί όμως κάπως δικαιολογούνται κατά τον Θεόφιλο που αγαπούσε τα παιδιά. Ο Θεόφιλος έγραφε δικά του έργα με κυρίαρχο ήρωα τον Μ. Αλέξανδρο και οργάνωνε τα πιτσιρίκια να παίξουν θεατρικές παραστάσεις. Ο ίδιος έφτιαχνε τα σκηνικά (υποτυπώδη βέβαια) και τα κουστούμια (για πανοπλίες διαμόρφωνε χαρτόκουτα). 


ΘΕΟΦΙΛΟΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ
Υπάρχουν όμως και οι καλοί και συμπονετικοί άνθρωποι στη ζωή.  Το 1912 γνωρίζει σε ένα πανηγύρι τον Γιάννη Κοντό με την γυναίκα του Ασπασία όπου τον φιλοξένησαν σπίτι τους. Ο Κοντός ήταν μυλωνάς και γαιοκτήμονας. Του φέρθηκαν τόσο ανθρωπινά και αυτός τους ζωγράφισε τα ωραιότερα του έργα στους τοίχους του αρχοντικού τους. Έλεγε ο Κοντός για τον Θεόφιλο: «Αυτός παιδί μου ήταν τρελός στο μυαλό και σοφός στα χέρια».
Το όνομα του Θεόφιλου αργά και σταθερά γινόταν γνωστό και τον καλούσαν από τόπο σε τόπο για να ζωγραφίσει τοίχους σπιτιών και μαγαζιών. Ένα από τα ωραία περιστατικά είναι με έναν μαγαζάτορα που ήθελε να του ζωγραφίσει 2 λιοντάρια. Ο Θεόφιλος τον ρωτά «Και πώς τα θες; Δεμένα ή λυτά;» Ο μαγαζάτορας κοντοστέκεται και του λέει «Και ποια είναι η διαφορά;»  Ο Θεόφιλος αποκρίνεται «Τα δεμένα κοστίζουν 10 φασολάδες και τα λυτά μια φασολάδα». Ο Θεόφιλος με αυτή τη διαφορά εννοούσε αν ήθελε να τα φτιάξει με καλά χρώματα ή με μπογιές που με την πρώτη βροχή χαλάνε. Ο μαγαζάτορας βέβαια απάντησε λυτά. Και επειδή ξεκινούσαν και οι βροχές, στη πρώτη βροχή τα λιοντάρια εξαφανίστηκαν. Ο μαγαζάτορας γίνεται έξαλλος!  Ο Θεόφιλος ήρεμος του απαντά «Άνθρωπε μου, τι φωνάζεις; Λυτά δεν τα ήθελες τα λιοντάρια; Ε! Τι περίμενες; Να μείνουν πάντα εδώ; Αφού ήταν λυτά, έφυγαν»!!
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ


Η ωραία περίοδος του Θεόφιλου ήταν μετά την Μικρασιατική καταστροφή που ήρθαν οι πρόσφυγες έλληνες από την ανατολή με τον πόνο και τον θρήνο στις καρδιές τους αλλά και το μεράκι τους που προσπαθούσαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν. Στη τέχνη τους προτιμούσαν την διακόσμηση και τα καθαρά χρώματα. Ο Θεόφιλος είχε αυτή τη ζωγραφική που ζητούσαν και επίσης και την εμπειρία να ζει στην Σμύρνη  και  να  γνωρίζει  τον  πολιτισμό  τους. Πληρώνεται καλύτερα και τρώει και καλύτερα από τις εξαιρετικές συνταγές των προσφύγων. Όταν το 1930 οι παράγκες των προσφύγων πιάνουν φωτιά, χάνεται και η  ομορφιά στα έργα του Θεόφιλου, παρόλο που τότε αυτός δεν ζούσε μαζί τους.







ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ


Το 1927, ανεβασμένος σε μια ξύλινη σκάλα, ο Θεόφιλος ζωγράφιζε την πρόσοψη ενός μαγαζιού. Κάποιος Βολιώτης για να διασκεδάσει με τους παραβρισκόμενους,  τραβάει τη σκάλα και ο Θεόφιλος σωριάζεται στο χώμα. Ματώνει το κεφάλι του και το χέρι του. Σπαράζει στους πόνους ενώ οι άλλοι χαχάνιζαν από το θέαμα. Σηκώνεται και απομακρύνθηκε αργά – αργά. Έτσι, έφυγε. Μαζεύει τα πράγματα του, όλα και όλα μέσα σε 3 μπαουλάκια και φεύγει το 1927 για την πατρίδα του την Μυτιλήνη. Μετά από 30 χρόνια.



ΜΠΑΟΥΛΑΚΙ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ


ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Στο χωριό του οι συγγενείς του δεν τον εκτιμούν γιατί είχε την αμαρτία να γυρίσει όπως έφυγε. Δεν είχε γίνει σπουδαίος παρά ένας φτωχός μπογιατζής, όπως όλοι τον αποκαλούσαν.  Όμως υπήρχε η μάνα του. Ένας άνθρωπος που θα νοιαζόταν για την υγεία του, αλλά και τα αδέλφια του. Τα αδέλφια του είχαν βολευτεί με τα πρακτικά επαγγέλματα. Ο Σωτήρης και ο Παναγιώτης ήταν επιπλοποιοί. Ο Μιχάλης εργολάβος. Οι αδελφές του Σοφία και Αθανασία είχαν παντρευτεί και η Ελπίδα είχε πεθάνει νέα. Αρχικά τον μαζεύει ο Σωτήρης.  Έπειτα θα μείνει με την οικογένεια της Σοφίας και τη μάνα τους. Αργότερα σε ένα μικρό σπίτι κοντά στο νεκροταφείο μέχρι το 1932 που αυτή πέθανε. Στην Μυτιλήνη ζωγράφιζε καθημερινά σπίτια και μαγαζιά για ένα πιάτο φαγητό.  Όλο το νησί γέμισε με τις ζωγραφιές του. Στο τέλος της ζωής του, έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα. Ένα στρώμα κατάχαμα, ένα ντουλάπι, δυο κασέλες, μια μικρή αυλή που φύτευε τα μπαξεβανικά του και δυο αμυγδαλιές. Παρέα του είχε την Μαρουλιώ, την γάτα του που υπερλάτρευε.


ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Ο Θεόφιλος πεθαίνει στις 24 Μαρτίου του 1934. Πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση.  Η αδελφή του στις αναμνήσεις της περιγράφει «Ο μακαρίτης ήταν έξυπνος και γνωστικός και ας τον έλεγαν «παλαβό» και «αχμάκη». Οι κοιλαράδες που δεν τον ξέρανε και στερνά τον εμπορευτήκανε κιόλας».
Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Ένα χρόνο μετά, έργα του εκτέθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου(!) ως δείγμα της δουλειάς ενός γνήσιου λαϊκού ζωγράφου της Ελλάδας!! Πώς έγινε αυτό;

Το 1928, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος βρισκόταν στον Βόλο. Είδε τοιχογραφίες του Θεόφιλου σε ένα μανάβικο. Τις φωτογράφισε και στο Παρίσι πια όπου έμενε, τις έδειξε στον (εκ καταγωγής Μυτιληνιό)  Στρατή Ελευθεριάδη (Τεριέν) – άνθρωπο που εξελίχθηκε σε μέγα κριτικό τέχνης. Ο Ελευθεριάδης ένα χρόνο μετά πηγαίνει στην Μυτιλήνη και αγοράζει μερικά έργα του Θεόφιλου. Από εδώ και πέρα, ο Τεριέν αναλαμβάνει την προώθηση του Θεόφιλου αλλά ο Θεόφιλος δεν πρόλαβε να ζήσει για να δει την εξέλιξη. Ο Κώστας Ουράνης (ποιητής, δημοσιογράφος, πεζογράφος) γράφει «Αλλά ο Θεόφιλος δεν είναι πια σήμερα στη ζωή για να χαρεί την άξαφνη αυτή δόξα ή  για να εκπλαγεί από αυτήν».
ΘΕΟΦΙΛΟΣ - ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ



Ο Τεριέν οργανώνει έκθεση στο Παρίσι με έργα του Θεόφιλου.
3 Ιουνίου του 1961, το Λούβρο διοργανώνει μεγάλη αναδρομική έκθεση για τον Θεόφιλο. Και σήμερα, τα έργα του υπάρχουν σε πολλά Μουσεία και ιδιωτικές συλλογές.


«Ο Θεόφιλος, γέννημα θρέμμα της ελληνικής φύσεως, και απόγονος της επαναστάσεως, όταν ζωγραφίζει ήρωες του 1821, οι φουστανέλες γίνονται λουλούδια στους αγρούς». Τεριέν






ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ




Η ζωγραφική του Θεόφιλου χωρίζεται σε 4 περιόδους. Η πρώτη όταν ήταν στη Σμύρνη από όπου δεν υπάρχουν έργα του. Η δεύτερη από το Πήλιο και Βόλο, η Τρίτη από την επιστροφή του στη Μυτιλήνη ως τη γνωριμία του με τον Ελευθεριάδη και η τέταρτη (1929-1934) όταν ήταν στη δούλεψη του Τεριέν (Teriant) μέχρι το τέλος της ζωής του. Τότε είχε μόνιμο εργοδότη και ζωγράφιζε σε πανί αρκετούς πίνακες που σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο της Μυτιλήνης.







ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ
























Η ζωγραφική του δεν έχει την κλασική προοπτική, δεν έχει βάθος. Ούτε διαβάθμιση χρωματικών τόνων. Ότι στο έργο του φαίνεται μακρινό είναι χρωματισμένο όπως και ότι βρίσκεται κοντά. Το βάθος επιτυγχάνεται μόνο με το να ζωγραφίζει τα αντικείμενα μικρότερα. Το έργο του είναι επίπεδο όπως πχ του Ματίς ή της  βυζαντινής τέχνη. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις ξεχωρίζει το κεντρικό πρόσωπο με 2 τρόπους: Τον τοποθετεί στη μέση του έργου και τον μεγεθύνει. Όπως έκαναν και οι αρχαίοι αιγύπτιοι στη τέχνη τους.  Ακολουθεί μάλιστα (τυχαία και όχι επίτηδες) και την αντίληψη των αρχαίων αιγυπτίων (ως ένα σημείο) που πίστευαν ότι όλα έπρεπε να φαίνονται για να υπάρχουν.  Γι αυτό τα τοποθετούσε στη σειρά όλα. Παρατηρώντας τις μορφές των ανθρώπων του, βλέπουμε πως έχουν δυσανάλογο μεγάλο κεφάλι που όσο προχωρεί προς το σώμα, τα χέρια μικραίνουν και καταλήγει στα πόδια που μικραίνουν ακόμα περισσότερο. Τα γυναικεία πρόσωπα σχεδόν ίδια. Αντιγράφουν τα βυζαντινά πρότυπα. Τα παιδικά πρόσωπα έχουν όλα τη μορφή ηλικιωμένων. Το φόντο έντονα χρωματισμένο και διακοσμημένο με δέντρα, λουλούδια κτλ. Επίσης, για να ξεχωρίσουν όλα μεταξύ τους, χρησιμοποιούσε περιγράμματα: Μια μαύρη γραμμή.
Άλλο χαρακτηριστικό του: Σε κάθε έργο του σχεδόν, έγραφε κάτι πάνω του. Ήταν ανορθόγραφο και ασύντακτο μα τον εξυπηρετούσε για να σχολιάσει ή να επεξηγήσει το θέμα του.


ΘΕΟΦΙΛΟΣ - ΕΛΑΙΟΜΑΖΩΜΑ

«Δεν ξέρω την ιστορία όπως οι δάσκαλοι από τα βιβλία. Την ξέρω  όπως την λέει ο τόπος και τα τραγούδια του. Η ιστορία είναι άνεμος που την καταλαβαίνεις όταν την ανασαίνεις» έλεγε ο Θεόφιλος.
Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραφε για αυτόν «Αληθινοί ελαιώνες επιτέλους, αληθινοί άνθρωποι, αληθινά πράγματα. Γι αυτόν, ισότιμα με το σώμα του Χριστού, υπάρχουν τα λιβάδια με τις ανεμώνες και τα λιόδεντρα που αφήνουν ανάμεσα στα δάχτυλα τους  να περάσει η θάλασσα».
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ


ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Ο Τσαρούχης γράφει σε ειδικό κεφάλαιο για τον Θεόφιλο στο βιβλίο του  «Αγαθόν το  εξομολογείσθαι» σελ 165: «Γίνεται ζωγράφος από ενθουσιασμό για το θέμα. Δεν ζωγραφίζει τα πράγματα μα τον ενθουσιασμό που του έδωσαν. Τα σέβεται και τα λατρεύει γιατί αυτά του δίνουν τους ενθουσιασμούς του. Ότι κάνει δεν μοιάζει πάντα με το πράγμα – τι παράλογη απαίτηση να μοιάζει το παράφορο αγκάλιασμα μας με αυτό που αγκαλιάζουμε»
(Για την ζωή και το έργο του μοναδικού Τσαρούχη ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ).
Κλείνοντας, θα τελειώσω με μια ρήση του ίδιου του Θεόφιλου που τον χαρακτηρίζει «Στη ζωγραφική, πρέπει όλα να φαίνονται».
Πρόκειται  για  έναν  γνήσιο  άνθρωπο  με  καλλιτεχνική  ψυχή,  που  στόλισε και  ομόρφυνε  την  ζωή   στο  πέρασμα  του  από  αυτήν.  Μια  ψυχή  που  την  σμίλευσε  ο  πόνος  και εκφράστηκε    με  τραγούδι  και  ζωγραφική.

ΜΑΡΙΑ ΟΥΖΟΥΝΟΓΛΟΥ  ΖΩΓΡΑΦΟΥ


http://texni-zoi.blogspot.gr/2015/10/blog-post.html?spref=fb