Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Διήγηση του Αγίου Παϊσίου : Ο δια Χριστόν σαλός Γέρο Κωνσταντίνος

γέροντας
Ο άκακος και σιωπηλός δια Χριστόν σαλός Γέρο Κωνσταντίνος (Αγγελής)γεννήθηκε στο Καλέντσι της Δωδώνης, στην Ήπειρο, στις 10-2-1898. Τον πατέρα του τον έλεγαν Σταύρο και την μητέρα του Ανθούλα.
Λε­πτομέρειες από τα πρώτα χρόνια της μοναχικής ζωής του δεν γνωρίζουμε, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι ότι είχε κά­νει παλιά στην Ι. Μονή Διονυσίου ως αρχάριος. Χρόνια όμως, συνέχεια, τον έβλεπε κανείς να εμφανίζεται γύρω στις Καρυές και να μένη σ’ ένα γκρεμισμένο Κελλί της Μονής Κουτλουμουσίου. (Παλιά ήταν το «Μονύδριο των Φιλαδέλφων» του Αγίου Γεωργίου).
Εκεί λοιπόν σε μία γωνία του γκρεμισμένου κτιρίου, που έπεφταν λιγότερα νερά από την στέγη και έμπαινε λιγότερο κρύο από τα σπασμένα παράθυρα και τις πόρτες, είχε κάτι κουρελιασμένες κουβέρτες και έμοιαζε σαν αετός στην φωλιά του.
Εξωτερικά ο Γέρο Κωνσταντίνος δεν φαινόταν τι είναι, διότι μόνο σκουφί και γένια είχε, που τον έδειχναν για Καλόγηρο. Πάντα τον σκέπαζε μια παλιά χλαίνη, με ένα σχοινί σφιχτά δεμένο στην μέση, και έδειχνε για κοσμικός. Εσωτερικά όμως ήταν ντυμένος με την Χάρη του Αγγελικού Σχήματος, η οποία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Όποιος τον έβλεπε από μακριά τον Γέροντα, τον περνούσε για δυστυχισμένο φτωχό άνθρωπο ή τρελό, αλλά από κοντά, όταν έβλεπε κανείς το λαμπερό του πρόσωπο, καταλάβαινε ότι κάποιο μυστήριο κρύβεται σ’ αυτόν τον ευλογημένο άνθρωπο και δεν τον θεωρούσε για τρελό, αλλά τρελούς θεωρούσε εκείνους που έλεγαν τρελό τον Γέρο Κωνσταντίνο.
Ο Γέρο Κώστας (έτσι τον έλεγαν), ενώ ζούσε στις συνθήκες που ανέφερα, με τελεία εγκατάλειψη του εαυτού του, και ενώ ούτε πλενόταν, εν τούτοις ήταν καθαρός, γιατί ζούσε σαν πετεινό του ουρανού.
Με ανθρώπους σπάνια μιλούσε, ενώ με τον Θεό πάντοτε δια της αδιαλείπτου προσευχής. Πολλές φορές ηρπάζετο ο νους του, και, όταν συνερχόταν, έκανε κάτι κινήσεις με το χέρι του, «για να θολώση τα νερά», χωρίς να πη τίποτα και έφευγε. Φυσικά, για τους κοσμικούς ανθρώπους αυτή η συμπεριφορά του ήταν παρεξηγήσιμη. Ακόμη και όταν τους έλεγε κανένα προφητικό, και αυτό τους φαινόταν για ανοησία.
Όταν καμιά φορά μιλούσαν οι γύρω του, και ο Γέρο Κωνσταντίνος δεν τους παρακολουθούσε, γιατί αυτός προσευχόταν, και ο νους του ήταν στον Θεό, πάλι για αφηρημένο τον νόμιζαν. Έπρεπε να τον ρωτάη κανείς πολλές φορές τον Γέρο Κωνσταντίνο και να επιμένη για να απαντήση, και πάλι θ’ άκουγε δυό – τρία λόγια μουρμουριστά, αλλά προφητικά.
Ο Γέρο Κωνσταντίνος είχε εσωτερική καθαρότητα, γι αυτό έβλεπε καθαρά πολύ μακριά! Δυστυχώς όμως, μερικοί από εμάς τους ταλαίπωρους «τον άνθρωπο του Θεού» τον θεωρούσαμε για ταλαίπωρο άνθρωπο, επειδή έμενε μέσα στα χαλάσματα, ενώ εκείνος εκεί στα χαλάσματα έκτιζε συνέχεια την ψυχή του,η οποία ψυχή αξίζει περισσότερο απ’ όλο τον κόσμο, καθώς μας είπε ο Χριστός.
Όπως ανέφερα, σε μια γωνιά στα χαλάσματα είχε την φωλιά του με τις κουρελιασμένες κουβέρτες και δίπλα του ένα Ψαλτήρι και ένα Ωρολόγιο της Εκκλησίας. Το δε νοικοκυριό του ήταν ένα τενεκάκι από κουτί κονσέρβας με ένα σύρμα για χερούλι! Αυτή ήταν όλη η περιουσία του!
Κάθε Σάββατο περνούσε συνήθως από δύο Κονάκια στις Καρυές, και οι Πατέρες του έβαζαν κάτι από τα περισσεύματα στο τενεκάκι του. Περνούσε πάντα σιωπηλά, χωρίς να ζητάει είχε αρχοντιά. Εάν οι άλλοι ήταν απασχολημένοι, έφευγε χωρίς να πάρη τίποτα. Κάπου – κάπου περνούσε και από τα μπακάλικα και έπαιρνε μόνος του, σαν σπουργίτης, πέντε – έξι ελιές στο χέρι του και έφευγε. Οι μπακάληδες το θεωρούσαν αυτό ευλογία, γιατί τον αγαπούσαν τον Γέρο Κώστα. Εάν κανείς του έβαζε χρήματα στην τσέπη του κρυφά, τα άφηνε και αυτός κρυφά στα μπακάλικα και έφευγε. Έτσι φρόνιμα ζούσε ο Γέρο Κώστας στο Περιβόλι της Παναγίας, σαν άκακο αρνάκι.
Δυστυχώς όμως, πριν από ένδεκα χρόνια, το 1969, επειδή έρχονταν πολλοί κοσμικοί, Ευρωπαίοι, και τον νόμιζαν για τρελό, έτσι όπως εμφανιζόταν στις Καρυές, οι Αρχές έστειλαν στο Τρελοκομείο τον άνθρωπο του Θεού!
Εκεί στην κλινική, αφού τον εξέτασαν οι γιατροί, δεν του βρήκαν τίποτε. Τα μυαλά του ζύγιζαν τετρακόσια δράμια (μια οκά), αλλά εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, oι εξωτερικοί, με την κατ’ όψιν κρίση μας, τον αδικήσαμε και στην συνέχεια. Ενώ τον βρήκαν υγιέστατο, τον έστειλαν από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο. Εκεί, επειδή είχε βρεθεί τελείως ξαφνικά σε κοσμικό περιβάλλον – στην Θεσσαλονίκη – έπιανε μία γωνία και έλεγε την ευχή, και από τα μάτια του κυλούσαν συνέχεια τα δάκρυα σαν χάνδρες.
Όταν έμαθα ότι ο Γέρο-Κώστας πέρασε αυτή την ταλαιπωρία και βρίσκεται πια στο Γηροκομείο, είπα στην αδελφή που ήταν στην Γραμματεία να τον φροντίζει. Φυσικά, ήταν καλύτερα από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο, αλλά όσο και καλά να ήταν, για τον φιλήσυχο Μοναχό Γέρο Κωνσταντίνο το Περιβόλι της Παναγίας ήταν καλύτερο και απ’ όλα τα παλάτια του κόσμου. Απορούσε το καημένο Γεροντάκι και έλεγε στην αδελφή :
-Γιατί μ’ έφεραν εδώ;
Εκεί λοιπόν πέρασε την επίλοιπη ζωή του ο «δια Χριστόν σαλός», ο οποίος ταλαιπωρήθηκε από εμάς τους κοσμικά έξυπνους. Δεν έχει σημασία που κοιμήθηκε κι αν κοιμήθηκε στο Γηροκομείο… και όχι στο άγιον Όρος ο Γέρο Κώστας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι θα ξύπνησε στον Παράδεισο, ο πολύ έξυπνος, ο «δια Χριστόν σαλός» Γερο Κωνσταντίνος. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Απόσπασμα απο το βιβλίο: ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ – Γέροντος Παισίου Αγιορείτου.
http://choratouaxoritou.gr/?p=43494

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Γερμανία: Κυβερνητικές λίστες αποθήκευσης τροφίμων σε όλα τα σουπερμάρκετ για τον πόλεμο που πλησιάζει

Ως γνωστόν, τον περασμένο Αύγουστο η Καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ,

με το βλέμμα σε ενδεχόμενο παγκόσμιο πόλεμο, ανέφερε πως κάθε πολίτης και σπίτι της Γερμανίας, πρέπει να έχει διαρκώς αποθηκευμένο πόσιμο νερό για πέντε ημέρες και τρόφιμα για δέκα καθώς επίσης και απόθεμα ενέργειας (καύσιμα κίνησης, θέρμανσης) και μετρητά (θα παραλύσουν πληρωμές και ΑΤΜ)!
Σαν να μην έφτανε αυτό οι Γερμανοί πολίτες αντικρύζουν στα σουπερμάρκετ λίστες με απαραίτητες προμήθειες σε περίπτωσης κινδύνου, όπως ένας μεγάλος πολέμος, υπό την επιγραφή: «Κυβερνητική πρόταση».
Η κυβέρνηση συμβουλεύει δηλαδή τους Γερμανούς με τι πρέπει να προμηθευτούν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
«Η κυβέρνηση προτείνει: Αποθηκεύστε για δέκα μέρες», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο φυλλάδιο.
Στην Ελλάδα βέβαια ασχολούμαστε με τις τηλεοπτικές άδειες, ενώ οι περισσότεροι δεν θέλουν καν να ακούσουν πως η καθημερινότητα θα αλλάξει άρδην και θα κοπούν οι καφέδες και τα γλέντια, σε μια τέτοια περίπτωση.
Όποιος δεν βλέπει πως πλησιάζει μεγάλη καταιγίδα στον πλανήτη είτε είναι τυφλός είτε δεν θέλει να δει.
Ωστόσο τα γεγονότα υπάρχουν:
https://www.facebook.com/HellasNowcom/?hc_ref=NEWSFEED&fref=nf

Πώς ο άγ. Δημήτριος έσωσε τον π. Φιλόθεο Ζερβάκο από την εκτέλεση


25 Οκτωβρίου 2016
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης Άγιος Δημήτριος δεν εγκατέλειψε ποτέ την πόλη του ούτε και κατά τα χρόνια της σκλαβιάς της, που κράτησε από το 1430 μέχρι τη γιορτή του το 1912. Και μάλιστα σε έκτακτες περιπτώσεις επενέβαινε και στα τεκταινόμενα της Θεσσαλονίκης διατάζοντας ακόμη και τον ανώτατο άρχοντα της πόλης, δηλαδή τον πασά.
Τέτοιες επεμβάσεις, που έζησε ο ίδιος, διηγείται στην αυτοβιογραφία του ο αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος και δημοσιεύονται στον τόμο «Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος 1884-1980» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλης.
Τα παράδοξα και εκπληκτικά αυτά περιστατικά που περιγράφει με ιδιαίτερη ενάργεια ο γέροντας Φιλόθεος συνέβησαν το πρώτο το 1907 και το δεύτερο το 1910, δύο χρόνια δηλαδή πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.
ger-filotheos5
Στην πρώτη περίπτωση ο πατήρ Φιλόθεος, τότε Κωνσταντίνος, είχε έλθει από την Αθήνα ως λαϊκός, για να πάει στο Άγιον Όρος όπου ήθελε να γίνει μοναχός και να εγκαταβιώσει εκεί. Τη δεύτερη φορά η επέμβαση του Μεγαλομάρτυρα Δημήτριου έγινε μετά την επίσκεψη του στον Άθωνα, ως μοναχός πλέον, και την άφιξη του στη Θεσσαλονίκη.
Ο αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος (1884-1980), ηγούμενος της μονής Λογγοβάρδας Πάρου, είναι ένας από τους πιο γνωστούς γέροντες του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στα Πάκια της επαρχίας Επιδαύρου Λιμήρας της Λακωνίας και ήταν πνευματικό τέκνο του Αγίου Νεκταρίου. Ο ίδιος είχε την αγαθή τύχη να γνωρίζει τους μεγάλους σκιαθίτες συγγραφείς Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Μαζί τους συνέψαλλε στις κατανυκτικές αγρυπνίες που πραγματοποιούνταν στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισαίου στο Μοναστηράκι της Αθήνας, με ιερουργό τον αγαθό και απλό παπα-Νικόλα Πλανά (1851-1932), ο οποίος το 1992 ανακηρύχθηκε άγιος. Για τις γνωριμίες του αυτές, ο πατήρ Φιλόθεος μας έχει αφήσει γραπτές αναμνήσεις όπως και άλλες μαρτυρίες, για παράδειγμα επιστολές. Ο Κωνσταντίνος Ζερβάκος έλαβε το μοναχικό σχήμα στις 29 Δεκεμβρίου του 1907 στη μονή Λογγοβάρδας και έλαβε το όνομα Φιλόθεος ενώ την επόμενη μέρα χειροτονήθηκε διάκονος. Ιερέας χειροτονήθηκε το 1912 ενώ έναν χρόνον αργότερα προχειρίστηκε αρχιμανδρίτης.
Εκοιμήθη οσιακά στην μονή Θαψανών της Πάρου στις 8 Μαΐου του 1980.

Κείμενο
Αφού εποιήσαμεν την αγρυπνίαν εις τον ναόν του Προφήτου Ελισσαίου την 8ην Μαΐου 1907 εις την εορτήν του Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, καθ’ ην συμπίπτει η μνήμη του πατρός ημών Αρσενίου, την εσπέραν της 8ης Μαΐου ανεχωρήσαμεν διά του ατμοπλοίου «Πηνειός» μετά του φίλου μου Νικ. Μητροπούλου εκ Πειραιώς δι’ Άγιον Όρος. Μας συνώδευσαν μέχρι του ατμοπλοίου οι καλοί φίλοι Κων/νος Σομπόνιος Λοχαγός, Σταμάτιος Γαϊτάνος και Νικ. Μπούκης.
Μετά δύο ημέρας εφθάσαμεν εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο υπό των Τούρκων· και, επειδή εγώ από μικρός είχον ευλάβειαν εις τον Άγ. Δημήτριον, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν του ατμοπλοίου, διά να προσκυνήσωμεν τον τάφον του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου. Εξελθόντες μετέβημεν και προσεκυνήσαμεν μετά κατανύξεως τον Τάφον του Αγίου και, επιστρέψαντες εις το ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας. Την επομένην ητοιμάσθημεν ν’ αναχωρήσωμεν δι’ Άγιον Όρος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν’ αναχωρήσωμεν. Δεν θα φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι! Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, εφ’ όσον τα διαβατήριά μας είναι επικυρωμένα από το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν’ αναχωρήσωμεν, αλλ’ ουδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας.
Δεν μας εφυλάκισαν, αλλά μας είχον υπό επιτήρησιν αυστηράν, και εις το ξενοδοχείον που εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται. Εμείναμεν ούτω αρκετάς ημέρας. Τα χρήματα ολιγόστεψαν και ηρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ημέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον. Θα υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας επιτρέψη εκείνος ν’ αναχωρήσωμεν. Την επομένην εγερθείς λίαν πρωί μετέβην πρώτον εις τον Τάφον του Αγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον Άγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να αφεθώμεν ελεύθεροι και υπάγωμεν εις το Άγιον Όρος. Αφού προσηυχήθην ικανήν ώραν και εκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον του Αγίου Δημητρίου· πώς ελογχεύθη και απέθανε διά την αγάπην του Χριστού και την πίστιν μας την αγίαν, και πώς εδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ουρανώ και θα δοξάζεται εις τους αιώνας των αιώνων.
ger-filotheos6
Ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος στην Σχολή υπαξιωματικών Αθηνών το έτος 1906 (περίπου).
Πόθος προς μαρτύριον
Ταύτα συλλογιζόμενος μοι ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να απέθνησκον και εγώ διά την Ορθόδοξον Πίστιν και την αγάπην του Χριστού. Παρεκάλουν λοιπόν τον Άγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να αφεθώμεν ελεύθεροι, αλλά να μεσιτεύση να αξιωθώ μαρτυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς επιτυχίαν του ποθουμένου. Είπον καθ’ εαυτόν· θα υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θα παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θα τους δώσω αφορμήν τινα και αυτοί θα μοι είπουν τι διά την πίστιν μου. Θα μαρτυρήσω την δικήν των πλάνην, αυτοί ίσως μοι είπουν ν’ αρνηθώ την πίστιν μου και εγώ θα σταθώ γενναίος. Θα προτιμήσω τον θάνατον και ούτως θα τύχω μαρτυρικού τέλους. Ευθύς ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περιεπάτουν εις ένα διάδρομον. Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ηρώτησε τι ζητώ. Τω λέγω· θέλω τον Πασά. Και τι τον θέλεις; Έχω λόγον να τω είπω, απήντησα. Μοι λέγει· εγώ είμαι αντιπρόσωπος του Πασά, ειπέ μοι ελευθέρως τι θέλεις; Τω λέγω· αφού είσαι αντιπρόσωπος του Πασά, ειπέ μοι, δια ποίον λόγον δεν μας αφήνετε να υπάγωμεν εις το Άγ. Όρος;
Μοι απήντησε με αυστηρόν τρόπον, δεν θα σοι δώσω λόγον. Τω λέγω με θάρρος· δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ενώ δεν επταίσαμεν, ενώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ενώ τα χαρτιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μας εμποδίζετε και μας στενοχωρήτε; Τα χρήματα που είχαμε μας εσώθησαν, πώς θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Εάν σεις πηγαίνατε εις την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας έκαμνον ό,τι σεις κάμνετε εις ημάς; Οι λόγοι ούτοι τον ηρέθισαν και εκίνησεν εις θυμόν και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά. Ευθύς εσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με επήγαιναν εις τον Λευκόν Πύργον. Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως διά να με φυλακίσουν, αλλ’ εγώ ποσώς δεν εδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον ελυπούμην που δεν μοι είπόν τι διά την πίστιν μου. Ήλπιζα όμως ότι εκεί που θα με επήγαινον κάτι θα μου έλεγον. Και βαδίζοντες προς την οδόν του μαρτυρίου παρεκάλουν τον Άγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και με αξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημά Του, ή εάν δεν είναι να με λυτρώση από τας χείρας των αθέων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων αγαρηνών.
Μόλις επροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας ανώτερός των, όστις τους ομίλησε τουρκιστί. Τι τους είπε δεν ηννόησα· μόνον αντελήφθην ότι τοις ομίλησε με θυμόν και τους εδίωξε. Τον δε αξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και με συνέλαβον, εσήκωσε την ράβδον του και τον εκτύπησε εις τον ώμον. Αφού δε τους εξεδίωξε με επλησίασε με ιλαρόν όμμα και χαϊδευτικά με εκτύπησεν εις τον ώμον με το χέρι του και με παρέδωκεν εις ένα στρατιώτην φρόνιμον εξ Ιωαννίνων. Και τω έδωκεν εντολήν να με υπάγη εις το ελληνικόν ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ευρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, διά να επιστρέψω εις την Ελλάδα. Μη γινώσκων τις ήτο ο δους τας διαταγάς ηρώτησα τον στρατιώτην να μοι είπη και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο Πασάς. Και διατί εκτύπησε μόνον τον ιδιαίτερόν του και τι του είπε; Τον επέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να του ζητήση άδειαν σε κατεδίκασε εις θάνατον. Και πού με επήγαιναν του λέγω; Εις τον Λευκόν Πύργον, μοι απεκρίθη. Σε επήγαιναν διά να σε εκτελέσουν. Εκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείουν διά ν’ αποθάνουν από την πείναν, την δίψαν και την δυσωδίαν. Εχάρην διότι ελυτρώθην εκ των χειρών των αγρίων εκείνων αγαρηνών, επειδή ηγνόουν εάν θα με εφόνευον διά την πίστιν μου, αλλά και ελυπήθην, διότι δεν έτυχον του μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ως λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος· «Εάν δε και αθλή τις, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήσει» (Β’ Τιμ. 2, 6).
Εις εμέ μεν υπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος διά να μαρτυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Διά να μαρτυρήση τις πρέπει να υπάρχη εύλογος αιτία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτύριον. Το να θέλη τις χωρίς λόγον και αφορμήν να προκαλεί εις εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι επικίνδυνον. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός πολλάκις, διά να μας δώση υπόδειγμα ότι πρέπει να φεύγωμεν τους πειρασμούς και κινδύνους, έφυγε τους Ιουδαίους, ότε ήθελον να τον κατακρημνίσουν και άλλοτε να τον λιθοβολήσουν. Και εις την Κυριακήν προσευχήν μάς παρήγγειλε να παρακαλώμεν τον Ουράνιον Πατέρα να μη εισενέγκη ημάς εις πειρασμόν. Ότε όμως ήλθεν ο καιρός και ηθέλησεν ο Πατήρ, τότε εκουσίως παρέδωκεν εαυτόν εις τον Σταυρικόν θάνατον διά την του κόσμου σωτηρίαν.
ger-filotheos3
Αναχώρισις εκ Θεσσαλονίκης
Μετέβημεν κατόπιν εις το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματά μου απεχαιρέτησα τον αγαπητόν μοι φίλον Νικόλαον… […]
Τον απεχαιρέτησα και ανεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν εκείνον οθωμανόν στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας. Καθ’ οδόν με επαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω υπομονήν, και φωνήσας λεμβούχόν τινα Εβραίον τω είπε να μοι υπάγη εις το ελληνικόν ατμόπλοιον. Μοι είπεν δε να μη υπάγω από το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχωρήση το ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. Αλλά μόλις επροχωρήσαμε ολίγον μας αντελήφθησαν εκ του Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να επιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω επροχώρει. Βλέποντες οι του Τελωνείου ότι δεν επέστρεφεν ούτε εσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα· και εμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ήρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς επρόφθασα και ανήλθον εις το ατμόπλοιον, ότε αυτοί μας επλησίασαν. Ήρχισαν να απειλούν και να κτυπούν τον λεμβούχον. Όταν όμως τους είπεν ότι είχεν εντολήν από τον Πασά, τον Διοικητήν, να με υπάγη εις το πλοίον, τον αφήκαν.
Δεν ήτο, ως φαίνεται, θέλημα Θεού να υπάγω εις το Άγιον Όρος και διά τούτο ήλθον όλα τα εμπόδια. Οφείλω δε μεγίστην ευγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Δημήτριον, τη μεσιτεία και πρεσβεία του οποίου εσώθην από τον κίνδυνον του θανάτου.

Φανέρωσις του τρόπου σωτηρίας
Αλλ’ επειδή δεν εγνώσθη πώς και διά ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον, ηρεύνων να μάθω. Και έμαθον μετά δύο περίπου έτη, από τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο οποίος μετέβη και ευρίσκετο εις το Άγιον Όρος. Μεταβάς λοιπόν προς επίσκεψίν του και προσκύνησιν του Αγιωνύμου Όρους έλαβον πληροφορίας ότι ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε εις την Ελλάδα. «Μετά δύο ή τρεις ημέρας, μοι λέγει, της αναχωρήσεώς σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις Ελλάδα, καθήμενος έξω του καφενείου του κάτωθεν του ξενοδοχείου, εις ο εξ αρχής είχομεν καταλύσει, φρουρούμενος υπό στρατιωτών Τούρκων, μη τυχόν δραπετεύσω λάθρα, με επλησίασε και με εχαιρέτησε ο υπασπιστής αξιωματικός του Πασά της Θεσσαλονίκης, γνωστός μοι, και με τον οποίον ήμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν Ελληνοτουρκικήν επιτροπήν μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικόν πόλεμον του 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας. Αφού εμείναμεν σύμφωνοι και υπεγράψαμεν την ειρήνην, άπαντα τα μέλη της Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίροντες εις Κέρκυραν, εις το Αχίλλειον, και εορτάσαμεν την ειρήνην επί μίαν εβδομάδα.
Ο υπασπιστής του Πασά, όταν με είδε εις το καφενείον, με εγνώρισε και με ηρώτησε πώς ευρέθην εις την Θεσσαλονίκην· εγώ του ανέφερα όλην την υπόθεσιν και αμέσως εδίωξε τους στρατιώτας που με εφύλαττον και φωνήσας αμαξηλάτην με επήρεν εις τον οίκον του, με περιεποιήθη και την άλλην ημέραν επήγαμεν ομού εις τον Πασάν, εις τον οποίον με συνέστησεν ως φίλον του και τον παρεκάλεσε να μοι επιτρέψη να μεταβώ εις Άγιον Όρος. Ο Πασάς είπεν εις τον υπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος και να με συνοδεύσει μέχρι του ατμοπλοίου και να μοι παρέξη πάσαν προστασίαν και βοήθειαν και προσέθεσεν και ταύτα· «Ήτο και άλλος τις νέος μαζί του, διά τον οποίον πρωίαν τινά, ενώ εκοιμώμην ησύχως, εισήλθε εντός του δωματίου μου ο Άγιος Δημήτριος ενδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματά του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αυστηρόν: Εγέρθητι πάραυτα, ενδύθητι και υπόδεσε τα σανδάλια σου και ύπαγε εις την δείνα οδόν της πόλεως να ελευθέρωσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και απαγόμενον εις θάνατον υπό του ιδιαιτέρου γραμματέως σου. Αφού δε τον ελευθερώσης και τον λυτρώσης του θανάτου, να τον στείλης εις το εν τω λιμάνι της Θεσσαλονίκης ναυλοχούν ατμόπλοιον ‘Μυκάλη’, το οποίον ετοιμάζεται προς αναχώρησιν – και σπεύσας τον ελύτρωσα εκ του κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα». Και τότε εγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης του θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Δημήτριος ο Μυροβλήτης.
Επαλήθευσε η προφητεία του Αγίου Νεκταρίου ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω. […]

http://www.pemptousia.gr/2016/10/pos-o-agios-dimitrios-esose-ton-p-filotheo-zervako-apo-tin-ektelesi-1o-meros/

Η αμαρτία αρχίζει πάντοτε με έναν λογισμό

Χτυπάει ο λογισμός τον άνθρωπο, αλλά γυρίζει πάλι πίσω

Η αμαρτία αρχίζει πάντοτε με έναν λογισμό

Η αμαρτία αρχίζει πάντοτε με έναν λογισμό. Ο λογισμός είναι τόσο ευέλικτος και λεπτός, ώστε περνάει και από εκεί που δεν υπάρχει τρύπα.
Αφ’ ής στιγμής εισέλθη στον άνθρωπο, φαίνεται αμέσως που θα κλίνη η λεπτή χορδή της πλάστιγγας της βουλήσεώς του.
Εάν όμως ο άνθρωπος έχη αποφασίσει την βασιλεία των ουρανών, όσο και να σπέρνουν οι δαίμονες, δεν βλαστάνει κανείς λογισμός.
Χτυπάει ο λογισμός τον άνθρωπο, αλλά γυρίζει πάλι πίσω· δεν μπορεί να εισέλθη, διότι η βασιλεία του Θεού είναι περιφραγμένη ισχυρά.
Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Λόγοι Ασκητικοί
http://www.greekpress.gr/%CE%B7-%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%B1-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CE%B9-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%84%CE%B5-%CE%BC%CE%B5-%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CE%BD-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9/

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Για να εφαρμόση κανείς σωστά τους κανόνες της Εκκλησίας και να ωφελήση τους ανθρώπους, πρέπει να έχη πνευματική κατάσταση, για να έχη και πνευματική διάκριση.



Για να εφαρμόση κανείς σωστά τους κανόνες της Εκκλησίας και να ωφελήση τους ανθρώπους, πρέπει να έχη πνευματική κατάσταση, για να έχη και πνευματική διάκριση. 
Γιατί αλλιώς μένει στο γράμμα του νόμου· το γράμμα του νόμου όμως «αποκτείνει»10
Σού λέει ο άλλος: «Το Πηδάλιο11 έτσι γράφει» 
καί, όπως τα βρίσκει γραμμένα, τα εφαρμόζει κατά γράμμα· ε
νώ θα έπρεπε να εξετάζη την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Όπως έχω δεί, σε μια περίπτωση μπορεί να κρύβωνται και άλλες χίλιες περιπτώσεις. Το επιτίμιο λ.χ. πρέπει να είναι ανάλογο με τον άνθρωπο, με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, με το σφάλμα που έκανε, με την μετάνοια που έδειξε και τόσα άλλα· δεν υπάρχει μία συνταγή, ένας κανόνας.
Η διάκριση, ο θείος φωτισμός, είναι το πάν σε όλες τις περιπτώσεις. Γι᾿ αυτό πάντα εύχομαι, φώτιση‐φώτιση να δίνη ο Θεός στον κόσμο. «Χριστέ μου, λέω, έχουμε χάσει και το σπίτι μας και τον δρόμο που πάει σ᾿ αυτό. Φώτισέ μας να βρούμε το σπίτι μας, τον Πατέρα μας. Δώσε μας την θεία γνώση».

Αγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου

https://www.facebook.com/hlias.xaintoytis
.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1946




28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1946 
Χήρες,μητέρες κόρες πεσόντων παρελαύνουν...
στην Πλ.Συντάγματος
πηγή
http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Βούλα Παπαϊωάννου: η φωτογράφος του ’40 και της κατοχής


Πορτρέτο κοριτσιού. Αθήνα, 1945. Οι εικόνες της Βούλας Παπαϊωάννου (1898-1990) εστιάζουν στην καθημερινότητα του άμαχου πληθυσμού αναδεικνύοντας τη γυναικεία ματιά στην «ανδρική υπόθεση» του πολέμου.

Το «Όχι» που εισέπραξε η Βούλα Παπαϊωάννου όταν ζήτησε να σταλεί στο Μέτωπο για να καλύψει φωτογραφικά τον πόλεμο ήχησε στα αφτιά της σαν εκείνο που είπαν οι Έλληνες στους Ιταλούς. Η αιτιολογία ήταν αναμενόμενη: «Μα, είστε γυναίκα». Κάποιος της πρότεινε να φωτογραφίσει τη ζωή στην Αθήνα, την καθημερινότητα του άμαχου πληθυσμού και, δίχως δεύτερη σκέψη, τον άκουσε. Η γυναικεία ματιά στην ανδρική υπόθεση του πολέμου αποδείχθηκε πολύτιμη. Όλα όσα παρέβλεψαν οι φακοί γένους... αρσενικού μέσα στη δίνη του αυστηρού ρεπορτάζ πρωταγωνίστησαν στα κάδρα της Παπαϊωάννου και τώρα έρχονται από το παρελθόν να μας γνωρίσουν την ασπρόμαυρη αλήθεια τους, καλύπτοντας τα κενά που μας άφησαν τα ιστορικά βιβλία.


Γεννημένη το 1898 στη Λαμία, τρίτο παιδί από τα τέσσερα της Αφροδίτης και του αξιωματικού Θεοχάρη Παπαϊωάννου, έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στη θαλπωρή και την τάξη μιας καλοβαλμένης αστικής οικογένειας των αρχών του αιώνα. Η ανατροφή της στηρίχθηκε στην αγάπη για την πατρίδα, την κοινωνική συνεισφορά, την έφεση για καλλιέργεια, την εργατικότητα και τη συνέπεια, αρχές που σταθερά ακολούθησε στη ζωή της.

Το 1908 μετακομίζει με την οικογένειά της στην Αθήνα. Το έντονο ενδιαφέρον της για τις εικαστικές τέχνες την ωθεί να ακολουθήσει σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην οποία εγγράφεται το 1920. Μέσα από την επαφή της με τη ζωγραφική παίρνει και το έναυσμα για την ενασχόληση της με τη φωτογραφία, χωρίς ευτυχώς η βαριά κληρονομιά της παλαιάς τέχνης να επηρεάσει τη φωτογραφική της γραφή.

Ο γάμος της με το φιλόλογο-συγγραφέα Ιωάννη Ζερβό το 1926 θα συμβάλει αποφασιστικά στη διεύρυνση των πνευματικών της αναζητήσεων και αντίστοιχα η διάλυσή του θα αποτελέσει έναν από τους κύριους λόγους που την προτρέπουν να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη φωτογραφία.


Mύκονος. Oι υφάντρες, οι αργαλειοί, η σβία και η ανέμη, τα προϊόντα, η έξαρση της μόδας του μυκονιάτικου υφαντού. Tο νησί ένα απέραντο «εργοτάξιο» υφαντικής, όπου σχεδόν όλος ο γυναικείος πληθυσμός συμμετέχει, συνειδητοποιώντας την αξία του μεροκάματου, που αρχίζει και γίνεται όλο και καλύτερο. Φωτογραφία Βούλα Παπαϊωάννου © Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη

Με τη φωτογραφία ξεκινάει να ασχολείται το 1937 και η πρώτη επαγγελματική της δουλειά θα προέλθει το 1939 από το Εθνικό Μουσείο. Ο τότε διευθυντής Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς τής αναθέτει τη φωτογράφηση εκθεμάτων με σκοπό να εκδοθούν επιστολικά δελτάρια (καρτ-ποστάλ). Τα αποτελέσματα από την εκτύπωση τους στην Ιταλία, με τη μέθοδο της βαθυτυπίας, κάτω από την επίβλεψη της ίδιας υπήρξαν εντυπωσιακά. Στη Νοβάρα της Ιταλίας θα τυπωθούν αργότερα και τρία φωτογραφικά τεύχη με τον τίτλο "Hellas". Η ποιοτικά άριστη δουλειά της φωτογράφου εκτιμήθηκε από τον Οργανισμό Τουρισμού, που της ανέθεσε τη φωτογράφηση των λουτροπόλεων και των βυζαντινών μνημείων της Αττικής κάτω από την καθοδήγηση του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Αθήνα, 1940. Η αφίσα «Εμπρός της Ελλάδος, παιδιά», έργο του Αλεξανδράκη, έγινε με δαπάνες του υπουργείου Τύπου και εκδόθηκε σε 10.000 αντίτυπα. Φωτογραφία Βούλα Παπαϊωάννου © Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη

Η έναρξη του πολέμου του '40 και οι τραγικές εμπειρίες, που ακολούθησαν για ολόκληρη τη χώρα και ιδιαίτερα για το λαό της Αθήνας, καθόρισαν αποφασιστικά τη ζωή και το έργο της έως τότε αθόρυβης και διακριτικής φωτογράφου. Η Βούλα Παπαϊωάννου συνειδητοποιεί ότι ο φακός της μπορεί να καταγράψει άμεσα και αδιάψευστα τα γεγονότα. Έτσι, ενώ οι συνάδελφοι της άνδρες φωτογράφοι αποστέλλονται ανταποκριτές στο μέτωπο για να απαθανατίσουν τον αγώνα στα πεδία των μαχών, η ίδια σταματάει το χρόνο στις τραγικές στιγμές αυτών που μένουν πίσω. Μακριά από την επιφανειακή και γρήγορη κάλυψη των γεγονότων, μακριά από το κυνηγητό των επωνύμων και από τα κέντρα λήψης αποφάσεων πλησιάζει αυτούς που σηκώνουν το βάρος της Ιστορίας, τους ανώνυμους. Γίνεται μάρτυρας και κοινωνός στον αποχαιρετισμό των στρατευμένων, στις ετοιμασίες της πόλης για την αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών και στη φροντίδα των πρώτων τραυματιών. Με ιδιαίτερη ευαισθησία και μέσα από συναισθηματική φόρτιση απομονώνοντας ένα καρτερικό βλέμμα, ένα σφιχτό αγκάλιασμα, μία κίνηση ανθρωπιάς, αποτυπώνει στο φωτογραφικό χαρτί το ήθος μιας γενιάς. Οι φωτογραφίες της δε θριαμβολογούν, εκφράζουν οδύνη, αξιοπρέπεια, πίστη στην ανθρώπινη δύναμη.


Οι εικόνες από την Αθήνα του '40 αποδεικνύουν ότι ο κόσμος προλάβαινε ακόμη να χαμογελάσει, να βγει από τον εαυτό του και να αντιμετωπίσει αυτό που συνέβαινε στον ίδιο και στη χώρα του με χιούμορ και σκωπτική διάθεση. Το ελληνικό ηθικό ήταν ακμαιότατο στο Μέτωπο και το αντίστοιχο δαιμόνιο έκλεβε την παράσταση στην Αιόλου, όπου στήθηκαν όπως πάντα τα καροτσάκια. Η φωτογράφος αφιέρωσε μπόλικο φιλμ στους μικροπωλητές και στην ευρηματική τους πραμάτεια: τσαρούχια σε μορφή μπρελόκ, αλλά και ως στολίδια για να κρεμαστούν στον τοίχο φουσκώνοντας τα στήθη με εθνική υπερηφάνεια, καρφίτσες με τη γαλανόλευκη και τη βρετανική σημαία, αλλά και η αγριεμένη φιγούρα του Μουσολίνι ως ξύλινο παιχνίδι στα χέρια μικρών και μεγάλων. «Το φόβητρο του Μουσολίνι! Πάρε κόσμε...» διαλαλούσαν.


Τα τραγούδια, οι γελοιογραφίες, οι θεατρικές επιθεωρήσεις με πρωταγωνιστή τον τσολιά συνέθεταν την πανηγυρική ατμόσφαιρα που συνόδευε τις νίκες. Οι κινηματογράφοι εκτός από την ψυχαγωγία κάλυψαν και τη δίψα των ανθρώπων για ειδήσεις. Στο Σινεάκ, το οποίο ως τον πόλεμο ήταν το μόνο που έπαιζε τα «επίκαιρα», προστέθηκε το Άστυ - «το ασφαλέστερον καταφύγιον» όπως παρατήρησε στην επιγραφή ο φακός της φωτογράφου - και από τον Ιανουάριο του 1941 το Σινέ Νιους στην οδό Σταδίου. Οι τεράστιες δαπάνες του πολέμου οδήγησαν στη διενέργεια εράνων, όπως ο μεγάλος Έρανος Κοινωνικής Πρόνοιας, και στην έκδοση λαχείων, όπως το Μεγάλο Πολεμικό Λαχείο και το Λαχείο υπέρ του Στόλου, αλλά και σε άλλες πράξεις αλληλεγγύης, όπως η τοποθέτηση χιλίων ειδικών κουτιών «διά το τσιγάρον του στρατιώτου». Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι το πολυτιμότερο εμπόρευμα των καταστημάτων δεν ήταν πλέον στοιβαγμένο στα ράφια αλλά στερεωμένο στις βιτρίνες, η Παπαϊωάννου διέκρινε δίπλα σε κατεβασμένα ρολά την αφίσα «Για τους στρατιώτες», που είχε χαράξει η Βάσω Κατράκη, μαθήτρια τότε της Σχολής Καλών Τεχνών, απεικονίζοντας μία γυναίκα να πλέκει ζεστά ρούχα, απαραίτητα για το κρύο του Μετώπου. Σε άλλες εικόνες θα δούμε γυναίκες να επιδίδονται σε ομαδικό πλέξιμο και ράψιμο με το κεφάλι σκυμμένο στο εργόχειρο, όπως τους υπαγόρευε ο ανώτατος σκοπός.

Συσσίτιο κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αθήνα, 1941

Οι συνέπειες του πολέμου γρήγορα ξεπερνούν και την πλέον απαισιόδοξη πρόβλεψη. Η χώρα οδηγείται σε οικονομική εξαθλίωση. Μέσα σε λίγους μήνες η Αθήνα μαστίζεται από την πείνα τόσο σκληρά όσο καμιά πόλη της κατακτημένης Ευρώπης, με εξαίρεση τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. "Στο δρόμο κυκλοφορούν φαντάσματα", αναφέρει η δημοσιογράφος Ελένη Βλάχου στο ημερολόγιο της, "άνθρωποι με άτονο βλέμμα, με σκυμμένες πλάτες, κοκαλιασμένοι από το κρύο, αφανισμένοι από την πείνα... Καμιά φορά τους βλέπεις πεινασμένους χάμω στο πεζοδρόμιο. Είναι ζωντανοί, πεθαμένοι;".


Τα θέματα συγκλονιστικά παρασύρουν τη φωτογράφο να ξεπεράσει δισταγμούς και προσωπικές αναστολές. Με την κάλυψη ελβετικής επιτροπής, που είχε φθάσει στην Αθήνα εκ μέρους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για να ελέγξει τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού, επισκέπτεται τα νοσοκομεία και φωτογραφίζει τους λιμοκτονούντες και τα σκελετωμένα παιδιά. Το συγκλονιστικό αυτό υλικό θα περιληφθεί σ' ένα χειροποίητο λεύκωμα το 1943, το οποίο ονομάζει "Μαύρο Λεύκωμα". Στην πρώτη σελίδα οι στίχοι του Ευριπίδη "Τι με χρη σιγάν; Τι δε μη σιγάν; Τι δε θρηνήσαι;" προετοιμάζουν τον αναγνώστη γι' αυτό που πρόκειται να αντικρίσει. Τα πεινασμένα παιδιά της Αθήνας του '40 μέσα από τη συνειδητή ματιά της Βούλας Παπαϊωάννου αποκτούν διαχρονικότητα, γίνονται σύμβολα, κατήγοροι του παραλογισμού του πολέμου σε κάθε γωνιά της γης. Τα πρόωρα μεγαλωμένα παιδικά πρόσωπα τους προβάλλουν αποκομμένα από κάθε αφηγηματική περιγραφή προκαλώντας δέος και φρίκη. Το λεύκωμα αυτό θα παρουσιαστεί στο εξωτερικό και θα συμβάλει στην κινητοποίηση της διεθνούς γνώμης με αποτέλεσμα να φθάσουν οι πρώτες αποστολές τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης.


Στα δύσκολα χρόνια '40-44 οι κάτοικοι της Αθήνας επιστρατεύουν όλες τις σωματικές και ηθικές τους δυνάμεις για να αντιμετωπίσουν την επείγουσα κατάσταση. Οι φωτογραφίες από τα συσσίτια, τις διανομές ιματισμού και τροφίμων ζωντανεύουν αυτό που η Ιστορία αποσιωπά: την καθημερινή προσπάθεια που κατέβαλλε ο άμαχος πληθυσμός για να κρατηθεί στη ζωή, τότε που η επιβίωση αποτελούσε τη σπουδαιότερη πράξη αντίστασης. Την ίδια περίοδο δύο γνωστοί φωτογράφοι, ο Σπύρος Μελετζής και ο Κώστας Μπαλάφας, με κίνδυνο της ζωής τους φωτογραφίζουν την ηρωική αντίσταση στα ελληνικά βουνά.


Επιτέλους! "Η πιο όμορφη, η πιο αλαφριά μέρα του κόσμου" ξημερώνει στις 12 Οκτωβρίου 1944. Η γενική υποχώρηση του γερμανικού στρατού συμπεριλαμβάνει πλέον και την Ελλάδα. Οι Γερμανοί αποχωρούν. Φρενίτιδα ενθουσιασμού επικρατεί στους δρόμους της Αθήνας. Ο λαός υποδέχεται τους συμμάχους μέσα σ' ένα παραλήρημα χαράς. Η ελληνική σημαία κυματίζει πάλι στην Ακρόπολη.


Μέσα στο παλλαϊκό πανηγύρι η Βούλα Παπαϊωάννου δε θα ξεχάσει αυτούς που πλήρωσαν με τη ζωή τους την ελευθερία, θα σπεύσει στις φυλακές Μέρλιν, φριχτό κρατητήριο του κατακτητή για όσους επρόκειτο να οδηγηθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, και θα κρατήσει στη μνήμη μας ό,τι δικό τους απέμεινε. Ένα πακέτο τσιγάρα, φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων και μηνύματα ηρωισμού σε κομμάτια χαρτί ή χαραγμένα στους τοίχους από αυτούς που την επόμενη έπαψαν να υπάρχουν.


Δυστυχώς η ειρήνη δε θα ακολουθήσει τους πανηγυρισμούς της απελευθέρωσης. Το τέλος της ξενικής κατοχής θα διαδεχθεί ο εμφύλιος σπαραγμός, που θα προσθέσει τα δικά του ολέθρια σημάδια στην ερειπωμένη χωρά. Ταυτόχρονα αρχίζει η προσπάθεια ανασυγκρότησης. Οι καταστροφές είναι ανυπολόγιστες και οι πολεμικές αποζημιώσεις δεν επαρκούν. Η Ελλάδα θα δεχθεί ξένη βοήθεια κυρίως από τις ΗΠΑ για να ορθοποδήσει, με όλες τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειες.

Τα Παιδιά του 1946-1950

Την περίοδο αυτή η Βούλα Παπαϊωάννου θα αναλάβει τη διεύθυνση του Φωτογραφικού Τμήματος της UNRRA (United Nations Rehabilitation Relief Aid). Για πέντε χρόνια (1946 - 1950) θα ταξιδεύσει από τη Μακεδονία έως την Κρήτη και θα καταγράψει τις καταστροφές και τις συνθήκες ζωής των κατοίκων της υπαίθρου. Τα θέματα που συγκεντρώνει στη γόνιμη αυτή περίοδο της δουλειάς της αποτελούν ένα πολύτιμο ιστορικό και κοινωνικό τεκμήριο για τη μεταπολεμική Ελλάδα. Στο πλαίσιο της αποστολής αυτής η φωτογράφος συχνά απελευθερώνεται από τις εντολές της υπηρεσίας της και αφήνει το φακό της να εκφράσει αυτό που της υπαγορεύει η συνείδηση της και η προσωπική της ματιά. Με έμφυτη διακριτικότητα πλησιάζει τους απλούς ανθρώπους παραμένοντας αφανής. Η δύναμη των φωτογραφιών της οφείλεται στο σεβασμό που δείχνει στο θέμα της και στην τόλμη της να το καταγράφει απλά και καθαρά, ώστε μόνο του να επιβάλλεται. 

Γυναίκες κουβαλούν πέτρες. Ήπειρος, γύρω στο 1945


Οι αγέρωχες γυναίκες της Ηπείρου, η ατσαλένια μορφή της μαυροντυμένης μάνας, τα μικρά ορφανά αδέρφια σε κάποιο ορεινό χωριό αντανακλούν τις πληγές αλλά και το πείσμα για ζωή της μικρής χώρας της. Στη δεκαετία του '50 η ζωή έχει ξαναβρεί το ρυθμό της. Όλοι τώρα χαίρονται τα αγαθά της ειρήνης και προσβλέπουν σ ένα καλύτερο μέλλον. Το ελληνικό τοπίο, παντοτινή έμπνευση για τους καλλιτέχνες, προσελκύει τους φωτογράφους που με τις μηχανές τους εξορμούν στην ύπαιθρο. Η Βούλα Παπαϊωάννου καταξιωμένη πλέον, με συμμετοχές σε εκθέσεις και δημοσιευμένο υλικό σε εφημερίδες και περιοδικά, περιοδεύει την ηπειρωτική χωρά και τα νησιά με δική της πρωτοβουλία ή σε συνεργασία με τον Οργανισμό Τουρισμού Η ελληνική γη τα θραύσματα του αρχαίου κόσμου και οι άνθρωποι του μόχθου αποτελούν το τρίπτυχο της κατοπινής δουλειάς της.

Το 1952 γίνεται μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας και το 1953 θα κυκλοφορήσει το βιβλίο της "La Grèce à ciel ouvert" από τον ελβετικό οίκο Clairefontaine. Το βιβλίο αυτό θα τιμηθεί με το βραβείο καλύτερου βιβλίου της χρονιάς από την Εταιρεία Εκδοτών και Βιβλιοπωλών στην Olten της Ελβετίας. Το 1956 θα κυκλοφορήσει το βιβλίο "Les îles grecques" από τον ίδιο οίκο. Στην Ιταλία κυκλοφορεί το λεύκωμα "Hellas".

"Μέσα απ' τη ματιά της", όπως αναφέρει ο Αιμίλιος Χουρμούζιος," "δίνεται ανάγλυφη η ωραία συνέχεια στην απλή και αρμονική περίπτυξη του παλαιού με το νέο, του κλασικού με το σύγχρονο, της πυκνής τραγωδίας με το ανάλαφρο ειδύλλιο, του σχήματος του μελετημένου και φιλοτεχνημένου με το ακατάστατο και το απέριττα γραφικό". Γύρω στα 70 χρόνια της μία πάθηση των ματιών της την αναγκάζει να αφήσει για πάντα τη φωτογραφική μηχανή. Τότε αποφασίζει να δωρίσει το αρχείο της στο Μουσείο Μπενάκη έχοντας συνείδηση ότι αυτό αποτελεί μέρος της σύγχρονης ιστορίας του τόπου της. Το Μουσείο Μπενάκη εκθέτει τα έργα της σε διάφορες εκθέσεις.

Το 1990 η Βούλα Παπαϊωάννου πεθαίνει σε ηλικία 92 ετών.


Πρόσωπα στη Σκιά (Faces in the Shadows), Φωτογραφίες από τους: Κώστα Μπαλάφα, Βούλα Παπαϊωάννου, Δημήτρη Χαρισιάδη.

«Με τραβούσε η γλύκα, η τραγικότητα, οι εκ­δηλώσεις της ζωής γενικά. Προσπαθούσα να αρπάξω ό,τι μπορούσα. Σκεφτόμουν ότι είναι φευγαλέα η στιγμή της ζωής. Εκείνη που δείχνει όλη την ένταση και τη συγκίνηση που αισθάνεται ο καθένας».

Η Βούλα Παπαϊωάννου εργάσθηκε αποκλειστικά στον ελληνικό χώρο και δεν επεδίωξε την προβολή της μέσα από πρακτορεία και οργανισμούς διεθνούς φωτοειδησιογραφίας. 

https://kostasvakouftsis.blogspot.gr/2012/10/40_27.html